12.7 C
Athens
Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου, 2026

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η ολική έκλειψη στη σπασμένη Φλέβα του Γιάννη Οικονομίδη, του Σαράντου Φράγκου

Η τελευταία ταινία του Γιάννη Οικονομίδη «Σπασμένη Φλέβα» πιο ώριμη και κατασταλαγμένη από τις προηγούμενες με ατού ένα μεστό και στιβαρό σενάριο πραγματεύεται μια σύγχρονη τραγωδία. Την τραγωδία που πηγάζει από τη σημερινή μεταπρατική συνθήκη που καθορίζει κάθετα το περιεχόμενο της ζωής πολλών ανθρώπων.

Που το νεοελληνικό όνειρο «να πιάσω την καλή, να τα κονομίσω, να ξελασπώσω» σημαίνει το «άντε και γα@@σου ρε μα@@κα» για όλους τους άλλους.

Ο Οικονομίδης μεταφέρει στην οθόνη μια τραγωδία, ένα σύγχρονο Οιδίποδα που ψάχνει και παλεύει για τη δικαίωση του, να ξεπληρώσει τον τοκογλύφο που τον έχει πνίξει.

Μόνο που σε αντίθεση με τον ήρωα του Σοφοκλή, που είναι υπόδειγμα αρετής και θάρρους, που με πράξεις ζηλευτές θέλει να αποκαθάρει τη Θήβα από το μίασμα, ο Οιδίποδας του Οικονομίδη είναι ψεύτης και σπεκουλαδόρος που όσο επιδιώκει το σκοπό του ολοένα και βυθίζεται σε πιο ανόσιες πράξεις σε πιο σκοτεινά υπόγεια.

Το επίδικο στο Σοφοκλή είναι η σωτηρία της πόλης με τίμημα την έκπτωση του πρωταγωνιστή μέσα από τη διαδικασία της βασανιστικής αποκάλυψης και γνώσης.

Ενώ ο Θωμάς Αλεξόπουλος του Οικονομίδη θέλοντας να διασώσει την ανύπαρκτη υπόληψή του να διατηρήσει το έσχατο που του έχει απομείνει, τη μεζονέτα της γυναίκας του στη Βάρκιζα, εγκληματεί εν γνώσει και εν αγνοία του ταυτόχρονα.

Η μαγαρισμένη τιμή του, μια τιμή μεταπράτη ανάμεσα σε μεταπράτες, αδυνατεί να αντιμετωπίσει άλλο φως, άλλη διαφορετική συνθήκη. Τα πάντα αρχίζουν και τελειώνουν με το «τόσα σου δίνω – τι μου δίνεις». Κι αν αυτό το ισοζύγιο παραβιαστεί τότε το απόλυτο «δίκιο» το έχει το «άντε και πνίξου ρε μα@@κα».

Αυτός όσο και ο τραγικός χορός που κινείται πλάι του ασφυκτιούν και κλωτσάνε, όπως το χελωνάκι στη γυάλα με το νερό, που όσο και να κλωτσήσουν η μοίρα τους είναι εκεί μέσα, στην αποπνικτική γυάλα, μακριά από το φυσικό χώρο του κανονικού ανθρώπου.

Και σ’ αυτή την ταινία του Οικονομίδη, αν και σε μικρότερο βαθμό από τις προηγούμενες, κυριαρχεί ο ορυμαγδός της βρισιάς και της λεκτικής φτώχιας. Ωστόσο αυτό δεν αποτελεί κουσούρι αλλά το αντίθετο γιατί αφορά τη γλώσσα και τη λεκτική ένδυση του μικροαστού, της μικροαστικής καρικατούρας που παραδέρνει μέσα σε ένα ανθρωποφάγο μεταπρατικό σύμπαν.

Προσόν της ταινίας η αποδραματοποιημένη δράση, η εν πολλοίς «φλατ» αφήγηση που με μαεστρία χειρίζεται ο σκηνοθέτης. Κάτι που προκαλεί την αποστασιοποίηση του θεατή από την καταιγίδα των συγκρούσεων που συντελούνται στην οθόνη.

Ο Οικονομίδης στα πρώτα του βήματα υπήρξε επηρεασμένος από τον Μικελάντζελο Αντονιόνι ήταν έντονα «Αντονιονικός». Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως και στην τελευταία ταινία του οι γόνιμες επιδράσεις του σπουδαίου Ιταλού παραμένουν παρά τις φαινομενικά αντίθετες αισθητικές.

Στον Αντονιόνι η συνέχεια του μαθηματικού χρόνου αναιρείται από την ασυνέχεια του ψυχολογικού χρόνου των προσώπων, έτσι ώστε οι ρεαλιστικές βεβαιότητες να μετατρέπονται σε θολές και απροσδιόριστες σε φαντάσματα και χίμαιρες στο τίποτα.

Στην ταινία «Έκλειψη» π.χ. η ηρωίδα που έχει απολέσει το πραγματικό, το ανθρώπινο πρόσωπό της, όπως και ο ήρωας του Οικονομίδη, αναζητεί το «άλλο», το διαφορετικό. Πότε στην περίπτωση του πωρωμένου και παραλή ηλικιωμένου εραστή, όπως και ο ήρωας του Οικονομίδη στο πρόσωπο της γηραιάς ματσωμένης γκόμενας.

Και πότε αναζητώντας το νεαρό εραστή που τον έχει καταβροχθίσει ολότελα η πιάτσα του χρηματιστηρίου, όπως ο Αλεξόπουλος του Οικονομίδη που αναζητά τον παλιό αλλά ξεκομμένο και ανέλπιδο έρωτα.

Πρόσωπα ολοκληρωτικά σε «έκλειψη» τα πρόσωπα του Αντονιόνι, πρόσωπα ολοκληρωτικά σε αποδρομή τα πρόσωπα του Οικονομίδη. Αλλάζει μονάχα η ταξική τους διαβάθμιση. Στον Αντονιόνι είναι αστοί και μεγαλοαστοί ενδεδυμένοι με λεπτό κυνισμό, στον Οικονομίδη μικροαστοί, λούμπεν, ποινικοί και ανθρώπινα ρετάλια με βιωμένα τα χρώματα του πεζοδρομίου.

Ο Οικονομίδης έχει φανατικούς οπαδούς, το κοινό του είναι μαζικό και κυρίως νεανικό και λαϊκό. Σε κάποιους δεν αρέσουν οι ταινίες του με το σκεπτικό πως είναι περιορισμένης και ασφυκτικής αισθητικής. Μα ίσα ίσα, αυτή είναι η ουσία η φαινομενική «έλλειψη» αισθητικής που επιτυγχάνεται με αισθητικά μέσα.

Γιατί ποια αισθητική αφορά τα ανθρώπινα απομεινάρια, τα πρόσωπα σε απόσβεση που αποτελούν τους ήρωες του; Είναι σαν να κατηγορούμε τον Μπέκετ για έλλειψη γλώσσας, της γλώσσας του, που δεν σημαίνει τίποτα γιατί απλά ο κόσμος έπαψε να σημαίνει κάτι. Οπότε τι νόημα έχει μια γλώσσα όταν αδυνατεί να επικοινωνήσει μέσα στον αφασικό κόσμο;

Κάποιοι θεωρούν ότι οι ταινίες του δεν έχουν καθαρό πολιτικό προβληματισμό επειδή από αυτές απουσιάζουν οι άλλοι, όσοι αντιστέκονται στη συστημική αλλοτρίωση. Απ’ αυτή την έννοια έχουν δίκιο, μόνο που πολιτική είναι και η έλλειψη πολιτικής είναι και η γενικευμένη αφασία που διακατέχει τους αποσυνάγωγους ήρωες του. Που είτε ένοχοι, είτε αθώοι έχουν πάντα βρώμικα χέρια.

Και αυτή η α-πολιτίκ αφασία, η αποξένωση από την πολιτική ενός γιγάντιου ποσοστού του συνόλου είναι φαινόμενο εξόχως πολιτικό που ολοένα και μαυρίζει το κοινωνικό σώμα μετατρέποντάς το σε παίγνιο στα χέρια του κάθε τυχοδιώκτη του κάθε οικονομικού και πολιτικού παράγοντα.

Η ταινία του Γιάννη είναι εξόχως πολιτική στο βαθμό που αντιλαμβανόμαστε την πολιτική σαν πεδίο αντιπαράθεσης συμφερόντων και τάξεων. Στο σύνολό της αποτελεί μια διαρκή σύγκρουση ανάμεσα σε συμφέροντα.

Δεν είναι μια ταινία για το περιθώριο δεν αφορά μια κοινωνική ετεροδοξία. Όσο κι αν οι ήρωες του μοιάζουν και είναι κοινωνικά ευνούχοι, εντούτοις πάντα δείχνουν το κέντρο και τελικά την αιτία της αναπόφευκτης καταστροφής τους.

Αυτά τα τραβηγμένα μέχρι το γκροτέσκο πρόσωπα του Οικονομίδη είναι τελικά μια εικόνα οικεία, μια εικόνα που έχουμε συνηθίσει στα πρόσωπα των γειτόνων μας. Είναι ένα αυτο- είδωλο της σημερινής δυστοπίας.

Ο Οικονομίδης εδραιώνει ένα φορμαλισμό βωμολόχο και για τους βωμολόχους ήρωες του καμιά χαραμάδα λύτρωσης δεν υπάρχει, κανένα ηθικό σκαλοπάτι στο διάβα τους αντίθετα όλο και καταδύονται στην κόλαση. Και αυτή η κατάβαση στην τελευταία του ταινία παρασύρει και τον μοναδικό αθώο, το εξιλαστήριο θύμα.

Και τα λόγια του Ηράκλειτου στην αρχή καταλήγουν σε τραγική ειρωνεία. Γιατί μπορεί ο χαρακτήρας του ανθρώπου να είναι ένας δαίμονας που τον καθορίζουν, ωστόσο ο ήρωας του, ο Θωμάς Αλεξόπουλος, στερείται κάθε χαρακτήρα είναι ένα ναυάγιο μεταξύ πνιγμού και οξυγόνου όπως η χελώνα του ενυδρείου στην έναρξη.

Υπάρχουν πολλοί Αλεξόπουλοι που εξυφαίνουν εκτεταμένες ύβρεις που προσβάλουν τη μοίρα η οποία ως Νέμεσις εκδικείται με θύμα τον αθώο του αίματος με θύμα το ερίφιο της θυσίας.

Και αυτή η θυσία αυτό το αθώο σφάγιο ισοπεδώνει ολοκληρωτικά τους Αλεξόπουλους μπροστά και πίσω από την κάμερα.

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ