Η μάνα μας δεν έλεγε παραμύθια. Αυτή τη δουλειά την είχε αναλάβει εργολαβία η γιαγιά.
Τα παραμύθια της γιαγιάς προέρχονταν από έναν απροσδιόριστο χώρο και χρόνο, από τα βάθη της κοινοτικής ζωής των βουνών, των κάμπων και των λιμνών και είχαν χρηστικό χαρακτήρα.
Ήταν ένα μείγμα παραλογών, λαϊκής αθυροστομίας και εκφράσεων που ονομάτιζαν τα όργανα του σώματος, όπως ακριβώς ήταν.
Ούτε λόγος για τα γνωστά με τις επώνυμες και διάσημες πρωταγωνίστριες, όπως η Χιονάτη, η Κοκκινοσκουφίτσα ή η Σταχτοπούτα. Ούτε βασιλόπουλα και πριγκιπόπουλα περιείχαν.
Οι ιστορίες της γιαγιάς στόχευαν στην ηθικοπλαστική μας ανάπτυξη και είχαν ως περιεχόμενο, τις ολέθριες συνέπειες, ας πούμε , της τεμπελιάς ή των δανεικών πραγμάτων και γενικά των κακών συνηθειών.
«Τα κορίτσια σηκώνονταν χαράματα για να πλέξουν στον αργαλειό ενώ η ακαμάτρα κοιμόταν του καλού καιρού και περίμενε να δανειστεί κανένα ρούχο προκειμένου να εμφανιστεί την Κυριακή στην εκκλησία, μέχρι που οι νοικοκυροπούλες της επιτέθηκαν, την έγδυσαν για να της πάρουν τα δανεικά ρούχα κι αυτή να ανακράξει «…μα τον άγιο γυμνοκ@λο και την Κυριακή θα γνέσω»… Εμείς τρανταζόμασταν από τα γέλια λόγω της ακατάλληλης για ανηλίκους φρασεολογίας της γιαγιάς, η μητέρα δεν τα ενέκρινε αυτά και μας αγριοκοίταζε.
Άλλοτε γίνονταν θλιβερά και στενάχωρα, όλο και κάποιο ορφανό δεν είχε στον ήλιο μοίρα στις διηγήσεις της, γι’ αυτό εμείς έπρεπε να είμαστε χαρούμενα και ευγνώμονες που είχαμε την οικογένειά μας αρτιμελή και το φλυτζάνι μας γεμάτο γάλα κι ας είχε «πέτσα».
Το χειρότερο, σκέτο γκραν γκινιόλ, ήταν εκείνο το παραμύθι με την καρδιά της μάνας που αφού τη σκότωσε το παιδί της για χάρη μιας άκαρδης γυναίκας, ξεκίνησε να της πάει την καρδιά της δώρο όπως του απαίτησε κι όταν εκείνο σκόνταψε στο δρόμο, ακούστηκε η καρδιά να λέει με τη φωνή της μάνας του, «πόνεσες παιδάκι μου»;
Κάποτε-κάποτε στις ιστορίες της, ξεπεταγόταν και καμιά νεράιδα, εκεί κατά το χάραμα, στη νεροτριβή που τα κορίτσια πήγαιναν τις κουβέρτες και τα χράμια για πλύσιμο. Πίστευε ακράδαντα ότι οι νεράιδες υπήρχαν, αλλά τις έβλεπαν μόνο τα αθώα κορίτσια με την καθαρή ματιά.
Kαι ναι, φυσικά κι εκείνη είχε συναντήσει τις νεράιδες, ανάμεσα στις σκιές των δέντρων που έσκυβαν στη λίμνη και τα κλαριά τους που σείονταν από τον άνεμο.
Όπως είχε άλλωστε συναντήσει και την Παναγία, ένα ξημέρωμα στο Μοναστήρι του Προυσού, της Παναγίας της Προυσιώτισσας, πέρασε λέει φρρρ…, από μπροστά της, σα μια γερόντισσα καλόγρια, με ένα τόσο γλυκό πρόσωπο!!!
Εκεί που στο υπόγειο βρίσκονται τ’ άρματα του Καραϊσκάκη… Ναι, ναι, το σπαθί του αγωνιστή. Εκεί είναι και οι πύργοι του Καραϊσκάκη. Θα πάμε και θα τα δείτε…
Η γιαγιά είχε τάμα να πηγαίνει κάθε χρόνο στη Μονή της Παναγίας για προσκύνημα. Και κάθε φορά έπαιρνε μαζί της για συνοδεία και ένα εγγόνι. Αυτή η προοπτική μας τρόμαζε. Ο δρόμος στο χείλος του γκρεμού και οι στροφές, με το ΚΤΕΛ που μύριζε πετρέλαιο και μαύρη εξάτμιση, μας έφερναν αναγούλα και τρόμο μαζί. Η γιαγιά όμως ήταν ανένδοτη. Ποτέ δεν είχε γίνει δυστύχημα σε κείνους τους δρόμους, γιατί είχαμε την προστασία της Παναγίας, ισχυρισμός βέβαια που δεν καθησύχαζε τη μάνα μας, για να μη μιλήσω για τον πατέρα που αρνιόταν όσο του επέτρεπαν οι ισορροπίες του σπιτιού μας.
Τ ‘μπλεκε τα παραμύθια της η γιαγιά με πατριωτικές ιστορίες κυρίως του ’21. Τα γεγονότα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου τα απέφευγε. Και οι τοίχοι είχαν αυτιά. Για τέτοια είμαστε τώρα;
Το άλλο μεγάλο της σουξέ ήταν οι Βίοι Αγίων και η Γενοβέφα.
Και η θέση της ήταν πάντα δίπλα στην ξυλόσομπα, με ένα κατσαρολάκι να βράζει σκέτο νερό που άχνιζε και γύρω γύρω να κρέμονται τα πλυμένα εσώρουχα της οικογένειας γιατί η υγρασία της επαρχιακής μας πόλης δεν άφηνε τα ρούχα να στεγνώσουν. Άλλοτε στη μαντεμένη επιφάνεια ψήνονταν κάστανα ή ξεφλουδίζαμε καρύδια και μύγδαλα για τα γλυκά των Χριστουγέννων.
Τις μέρες των γιορτών η γιαγιά λάτρευε να μας μιλά για το Δωδεκαήμερο και τους καλικάντζαρους που στην περιοχή της καταγωγής της (Αιτωλοακαρνανία), τα έλεγαν «παγανά».
Και δώστου ότι όλο το χρόνο στον Κάτω Κόσμο πελεκάν με τα δόντια τους και με τσεκούρια τις τρεις κολόνες που βαστούν τον κόσμο όλο, να τις γκρεμίσουν, να χαλάσει ο κόσμος…
Αλλά παρασύρονται από τις μυρωδιές των γλυκών και των φαγητών κι εκεί που ο κόσμος κρέμεται από μια κλωστή, τσουπ ανεβαίνουν στον πάνω κόσμο και μπαίνουν στο σπίτι από το τζάκι κι απ’ τις τρύπες, και χύνουν το νερό και σκορπάν τ’ αλεύρι, μα σκιάζονται τη φωτιά και κυνηγάν τη στάχτη. «Για τούτο πρέπει να σφαλείς τη νύχτα όλα τ’ αγγειά, και σαν πλαγιάζεις να ρίχνεις στη φωτιά ρείκια ή αλάτι να βροντάει, και δίνουν τότε δρόμο τα παγανά».
Τρομάζαμε και το βράδυ βλέπαμε εφιάλτες, παρότι τζάκι δεν είχαμε και άντε να χωρέσουν στα μπουριά της σόμπας, αλλά η γιαγιά θεωρούσε τον τρόμο στα μάτια μας ως σημάδι της επιτυχίας της, δηλαδή της εξουσίας της.
Όλος αυτός ο φόβος όμως έκρυβε και μιαν ηδονή που θυμάμαι σαν παιδιά μας έκανε να κρεμόμαστε από τα χείλη της. Κι όταν σταματούσε και μας έβαζε στο στόμα ένα καρυδάκι ή ένα κομματάκι κάστανο, της λέγαμε «και τί έγινε μετά γιαγιά»;
-Ε μετά έρχονται τα Θεοφάνια και ο παπάς με την αγιαστούρα του και με τη μαγκούρα του τα διώχνει πάλι στον Κάτω Κόσμο και δώστου πάλι από την αρχή. Γιατί έτσι είναι ο κόσμος παιδιά, χαλάει και φτιάχνει σε μια στιγμή… Αρκεί να έχεις πίστη και να μην τα παρατάς.
Τέλος πάντων εμένα πολύ μου άρεσαν οι ιστορίες τρόμου της γιαγιάς, σε αντίθεση με τα ηθικοπλαστικά της. Νομίζω ότι εκεί εδρεύει και η αγάπη μου για τα ψυχολογικά θρίλερ.
Μετά η γιαγιά πέθανε, όπως και η γενιά της και χάθηκαν τα μαγικά της παραμύθια μαζί με τους κόσμους της.
Ανήκε σε χρόνους που διάβαιναν αργά από τη ζωή των ανθρώπων, άφηναν έτσι χώρο στη μαγεία, αυτήν που εδρεύει στη φύση κι όχι στο μυαλό των ανθρώπων, και επέτρεπαν στις συνήθειες να ριζώσουν και να δημιουργήσουν σύμβολα και μύθους.
Στους δικούς μας χρόνους όμως άρχισε μια τρομερή επιτάχυνση των εξελίξεων, σαν ο χρόνος να ήταν ένα μέγεθος αυτόνομο που απαιτούσε συνεχή αλλαγή και γρηγοράδα. Αλλιώς λέει, σ’ άφηνε πίσω.
Και μετά ήρθε η τηλεόραση στο σπίτι μας και η βιβλιοθήκη με τα παιδικά παραμύθια, αυτά τα καθώς πρέπει, ο Άντερσεν, η κυριλέ φιλανθρωπία του Ντίκενς και οι άλλοι από την Εσπερία. Τόσο παλιά για τον κόσμο αλλά τόσο καινούργια για μας.
Με μάγευε βέβαια το βροχερό Λονδίνο με τα Ορφανοτροφεία από κόκκινο τούβλο και καμινάδες, φανταζόμουν τον εαυτό μου φίλη του Όλιβερ Τουίστ, να τρέχουμε μαζί στους δρόμους να συναντάμε το γέρο Σκρουτζ, το κοριτσάκι με τα σπίρτα και τους άλλους.
Και ο δεκάχρονος εαυτός μου, πριν δραπετεύσει στο μέλλον μιας ξέφρενης εφηβείας που θα τα περιγελούσε όλα, ήθελε τους ήρωες κουλουβάχατα, σε μια ιστορία που θα τους χωρούσε όλους.
Σαν ένα όνειρο ριζωμένο σε μια καρδιά από χιόνι.
Και μου έφερε λέει η νονά μου δώρο έναν Καρυοθραύστη ώστε η γιαγιά να μην παιδεύεται σπάζοντας με το σφυράκι τα καρύδια και τα μύγδαλα για τον μπακλαβά και τους κουραμπιέδες.
Αλλά η ζάχαρη άχνη είχε μεταμορφωθεί σε χιόνι που έπεφτε έξω στο δρόμο και γέμιζε το γείσο των παραθύρων.
Και ο Καρυοθραύστης ήταν ντυμένος στρατιώτης στα κόκκινα και τα χρυσά, ήταν μεταμορφωμένος σε πρίγκιπα και τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς εγώ λέει, σαν μια άλλη Κλάρα, βρέθηκα μέσα στον κόσμο όλων των παιγνιδιών, όχι μόνο αυτών που είχα, αλλά και αυτών που πουλούσαν στους Μπουναμάδες της μεγάλης πλατείας. Και ότι όλα τα παιγνίδια είχαν ζωντανέψει…
Η χαρά μου άστραφτε σαν ασήμι αλλά ξαφνικά τα πάντα σκοτείνιασαν
Η Φρικαντέλα, η κακιά μάγισσα που μισούσε τη χαρά, τα γέλια, και πάνω απ’ όλα τα Χριστούγεννα, είχε συμμαχήσει με τη Βασίλισσα των Αρουραίων, είχαν κλέψει τα κάλαντα και τα είχαν φυλακίσει σε μια σφαίρα από αιώνιο πάγο.
Και τότε ξαφνικά δίπλα μου ξεπρόβαλε το Μολυβένιο στρατιωτάκι.
Με το ένα του πόδι ατσαλένιο και το βλέμμα του καρφωμένο στην χάρτινη μπαλαρίνα που κοιμόταν ανήσυχη, ο μικρός στρατιώτης δεν δίστασε. «Θα σώσουμε τα κάλαντα», ψιθύρισε.
Ξεκινήσαμε το ταξίδι μας περνώντας μέσα από το Δάσος της Ζάχαρης και το Ποτάμι του Γάλακτος και φτάσαμε στη Βασίλισσα του Χιονιού στο Βόρειο παγωμένο βασίλειό της. Αφού ζεστάναμε την παγωμένη της καρδιά, την πείσαμε να μας βοηθήσει.
«Η Φρικαντέλα κρύβει τα κάλαντα στο κάστρο των θλίψεων», μας αποκάλυψε, μόνο η άδολη αγάπη μπορεί να σπάσει τον πάγο».
Τη μάχη την έδωσε ο Καρυοθραύστης με το Μολυβένιο Στρατιωτάκι που εμπνεόμενοι από την αγάπη της μπαλαρίνας και την ελπίδα της Κλάρας – τη δική μου δηλαδή- την κέρδισαν σπάζοντας το ψυχρό περίβλημα.
Τα κάλαντα ξεχύθηκαν στον αέρα, ζεστά και μελωδικά. Η κατάρα έσπασε.
Έτσι ο γέρο – Σκρουτζ αποφάσισε να πάρει κοντά του το κοριτσάκι με τα σπίρτα και να το γλυτώσει από την παγωνιά και το θάνατο.
Όταν με ξυπνούσε η μητέρα το πρωί για να τρέξω να πω τα πραγματικά κάλαντα, μαζί με τ’ αδέρφια και τους φίλους, δεν ξέρω αν μου έλειπαν περισσότερο οι φανταζί εισαγόμενοι ήρωες ενός κόσμου ξένου, ή η γνώριμη φωνή της γιαγιάς μου.
Εκείνο που πια ξέρω καλά είναι πως χρειάζεται μεγάλη φαντασία, αγάπη νοιάξιμο και προ πάντων χρόνος, για να πλάσεις καινούργιους ήρωες, καινούργιους μύθους, καινούργιες ιστορίες.
Ιστορίες οι οποίες θα μιλούν για έναν νέο κόσμο δίχως κοριτσάκια χωρίς στον ήλιο μοίρα- στη Γάζα και όπου αλλού στον πλανήτη – ακόμα και στην επάνω γειτονιά. Ότι χρειάζεται πάντα η συνεργασία και η αλληλεγγύη των ανθρώπων για να πάρεις πίσω τα τραγούδια που σου κλέβουν , τη ζεστασιά που σου στερούν, για να αντισταθείς στο ζόφο του πολέμου που σε απειλεί.
Και ναι, είναι οι σημερινοί καιροί για πρίγκιπες της αγάπης και στρατιωτάκια της ειρήνης, όπως ήταν πάντα. Λαϊκοί πρίγκιπες και λαμπρά στρατιωτάκια – γειτονόπουλα, παντός καιρού.
ΥΓ. Η Βασίλισσα του Χιονιού του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν
Μολυβένιο Στρατιωτάκι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν
Το κοριτσάκι με τα σπίρτα του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν
Χριστουγιεννιάτικη Ιστορία του Κάρολου Ντίκενς
Όλιβερ Τουίστ του Κάρολου Ντίκενς
Φρικαντέλα του Ευγένιου Τριβιζά η οποία οπωσδήποτε δημιουργήθηκε πολύ αργότερα από τη δική μου παιδική ηλικία. Αλλά παραμύθι γράφω, και κάνω το χρόνο ό,τι θέλω!

