13.4 C
Athens
Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου, 2026

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Αναδιάταξη του ευρωπαϊκού καπιταλισμού: ανταγωνισμοί στην κορυφή, βάρη στους λαούς, του Μανώλη Δουβίτσα

 

Οι ευρωενωσιακοί οδοδείκτες και οι ενδοαστικές αντιθέσεις

Η άτυπη σύνοδος της ΕΕ για την ανταγωνιστικότητα, που πραγματοποιήθηκε στο Κάστρο του Άλντεν Μπίσεν στο Βέλγιο, συμπύκνωσε το κλίμα που επικρατεί στους κόλπους των ευρωπαϊκών ελίτ. Από τη μία πλευρά υπάρχει γενική σύγκλιση ως προς την επιδίωξη περαιτέρω ολοκλήρωσης της κοινής αγοράς, από την άλλη όμως καταγράφονται σαφείς διαφοροποιήσεις ως προς τον τρόπο και την ιεράρχηση των προτεραιοτήτων εντός αυτής της τροχιάς.

Ο «ενοποιητικός» οδικός χάρτης με τίτλο «Μια Ευρώπη, μια αγορά», που παρουσίασαν η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα, αναμένεται να αναπτυχθεί διεξοδικότερα στη Σύνοδο Κορυφής του Μαρτίου. Ως άμεσοι στόχοι τέθηκαν η συγκρότηση της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων (ενός κοινού διασυνοριακού μηχανισμού χρηματοδότησης μέσω ιδιωτικών αποταμιεύσεων), η προώθηση του συστήματος EU-INC, που διαμορφώνει ενιαίο διευκολυντικό πλαίσιο για τη σύσταση εταιρειών σε όλη την επικράτεια της ΕΕ, καθώς και η χάραξη μιας πιο συντονισμένης πολιτικής στον ενεργειακό τομέα.

Η σύνοδος άνοιξε με εισηγήσεις που έκαναν ο Ενρίκο Λέττα και ο Μάριο Ντράγκι. Ο τελευταίος επανέλαβε την ουσία της έκθεσης που είχε υποβάλει το καλοκαίρι του 2024, εκφράζοντας μια «ιδανική» (τουλάχιστον θεωρητικά) επιλογή του ευρωπαϊκού αστισμού, η οποία προτάσσει την προώθηση βαθύτερης σύγκλισης και μιας πιο συγκεντρωτικής κατεύθυνσης για το σύνολο των κρατών-μελών. Σύμφωνα με τον Ντράγκι, οι ετήσιες επενδύσεις για την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας θα πρέπει να αγγίζουν τα 800 δισ. ευρώ, ενώ έθεσε ως βασικούς στόχους τη μείωση των φραγμών στην ενιαία αγορά και χρηματαγορά, την προτίμηση στα ευρωπαϊκά προϊόντα και τον… «ευγενή» πόθο για μείωση του ενεργειακού κόστους.

Σε θεσμικό επίπεδο, τα παραπάνω αποτυπώνονται στην πρόβλεψη δυνατότητας λήψης δεσμευτικών αποφάσεων χωρίς την απαίτηση ομοφωνίας ή το δικαίωμα άσκησης βέτο από μεμονωμένες χώρες. Τουλάχιστον εννέα κράτη θα μπορούν, σε συγκεκριμένους τομείς πολιτικής, να προχωρούν σε βαθύτερες μορφές σύμπραξης και ενοποίησης, χωρίς τη συναίνεση του συνόλου, εμβαθύνοντας ένα ήδη υπαρκτό καθεστώς πολλαπλών ταχυτήτων στο εσωτερικό της Ένωσης. Η κατεύθυνση αυτή ονομάζεται «ενισχυμένη συνεργασία» και προωθείται ως επίσημο εργαλείο υπέρβασης της οικονομικής και γεωπολιτικής «στασιμότητας», καθώς και ως αναγκαίος δρόμος διάσωσης και αναβάθμισης του ευρωπαϊκού καπιταλισμού σε συνθήκες οξυμένου διεθνούς ανταγωνισμού με τις ΗΠΑ και την Κίνα.

Ωστόσο, η ίδια η συγκυρία που αναδεικνύει τη στρατηγική της ενοποίησης ως επιτακτική, είναι ταυτόχρονα εκείνη που γεννά ρήξεις και οξύνει τους ενδοαστικούς ανταγωνισμούς εντός της ΕΕ. Οι ισχυρότερες εθνικές βιομηχανίες και τα αντίστοιχα κράτη, μέσα στις παρούσες συνθήκες κρίσης, επιδιώκουν πρωτίστως να διασφαλίσουν τη θέση τους στην ιεραρχία ισχύος και να «σώσουν το τομάρι τους», όσο κι αν δημόσια επικαλούνται τα σαθρά ιδεολογήματα περί ευρωπαϊκού φεντεραλισμού.

Στο πλαίσιο αυτό αναδύονται συγκρούσεις, ανισορροπίες και αναδιατάξεις συμμαχιών που εκφράζουν την ίδια τη φύση της ΕΕ ως πεδίου ταυτόχρονης συνεργασίας και ανταγωνισμού του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, με μόνιμη λιτότητα και πειθάρχηση για τις ευρωπαϊκές λαϊκές τάξεις. Σε κανονιστικό επίπεδο διασφαλίζεται μια αναγκαία ρύθμιση υπέρ των επιχειρηματικών ομίλων, στη λογική της βελτιστοποίησης των όρων αναπαραγωγής τους, όμως το ποιος και σε ποιον βαθμό θα ωφεληθεί από αυτή τη ρύθμιση αποτελεί αντικείμενο σκληρής διαπάλης μεταξύ του κεφαλαίου και των πολιτικών εκπροσώπων του.

Οι κύριοι ανταγωνιστικοί άξονες

Το να αποτυπώσει κανείς ένα πλήρες περίγραμμα των αντιθέσεων στο εσωτερικό της ΕΕ δεν είναι απλή υπόθεση. Σε κάθε επιμέρους ζήτημα, όπως το ενεργειακό, οι νέες τεχνολογίες, οι εξοπλισμοί, ο χρηματοπιστωτικός συγκεντρωτισμός και οι κεντρικές χρηματοδοτήσεις, αναπτύσσονται πρόσκαιρες (ή μη) συμμαχίες καθώς και αποκλίνοντα συμφέροντα. Ωστόσο, με δεδομένο ότι το σημερινό κέντρο βάρους είναι οι εξοπλισμοί και η αναζήτηση θέσης ισχύος απέναντι τόσο στην αμερικανική πίεση όσο και στον κινεζικό ανταγωνισμό, διαμορφώνονται δύο διακριτά μπλοκ.

Στον έναν πόλο βρίσκεται η Γαλλία του πολιτικά αποδυναμωμένου Εμμανουέλ Μακρόν, ο οποίος προτάσσει μια πιο «παρεμβατική» στρατηγική, με αναβάθμιση των δημόσιων επενδύσεων, υιοθέτηση προστατευτικών μέτρων υπέρ των ευρωπαϊκών προϊόντων και στήριξη της βιομηχανίας  (με ιδιαίτερη αιχμή την αμυντική)  μέσω άμεσων και έμμεσων μορφών χρηματοδότησης. Παράλληλα, επαναφέρει την πρόταση για κοινό ευρωπαϊκό χρέος και προωθεί το δόγμα «Made in Europe», δηλαδή μια λογική του «αγοράζουμε και παράγουμε ευρωπαϊκά», ως απάντηση στον διεθνή ανταγωνισμό. Η συγκεκριμένη κατεύθυνση συνεπάγεται πιο συγκρουσιακή στάση απέναντι στις ΗΠΑ και εκφράζει τάση ενίσχυσης της ευρωπαϊκής «αυτονομίας».

Η Γαλλία είναι αυτή τη στιγμή μια οικονομία με υψηλό δημόσιο χρέος, επίμονα δημοσιονομικά ελλείμματα, ισχνή ανάπτυξη και λιγότερο διαφοροποιημένη βιομηχανική βάση σε σχέση με τη Γερμανία ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε και την απώλεια ισχύος που πραγματοποιήθηκε τα τελευταία χρόνια με την υποχώρηση της νεοαποικιοκρατικής της παρουσίας στην Αφρική. Έτσι, μέσω του κοινού χρέους και της εστίασης στην ανάπτυξη των στρατηγικών της τομέων (εξοπλισμοί, ενεργειακή βιομηχανία), επιχειρεί να περιορίσει το κόστος της αναδιάρθρωσής της, αντί να στηριχθεί κυρίως στις δικές της, σχετικά περιορισμένες οικονομικές δυνάμεις.

Από την άλλη πλευρά, η νεοπαγής συμμαχία Μερτς – Μελόνι επιδιώκει να αμβλύνει τις τριβές με τις ΗΠΑ, απορρίπτοντας μια στρατηγική ανοιχτής αντιπαράθεσης. Σε επίπεδο οικονομικής πολιτικής κινείται σε πιο «παγκοσμιοποιητική» και «ανοιχτή» κατεύθυνση, δίνοντας έμφαση στη διευκόλυνση των επενδυτικών όρων για το κεφάλαιο (τη λεγόμενη άρση της γραφειοκρατίας), στη διεύρυνση της χρηματοπιστωτικής και εργατικής κινητικότητας εντός και εκτός Ευρώπης, καθώς και στην επέκταση εμπορικών συμφωνιών, όπως αυτές με τις χώρες της Mercosur (την οποία ο Μακρόν αρνήθηκε να υπογράψει) και την Ινδία. Παράλληλα, απορρίπτει κατηγορηματικά οποιαδήποτε μορφή κοινού ευρωπαϊκού χρέους και εμφανίζεται επιφυλακτική απέναντι σε περαιτέρω δημοσιονομική ενοποίηση που θα περιόριζε τον έλεγχο των ισχυρών εθνικών κυβερνήσεων επί της οικονομικής πολιτικής. Στο πλαίσιο της συνόδου, η κατεύθυνση αυτή αποτυπώθηκε σε προπαρασκευαστική συνάντηση, κατόπιν πρωτοβουλίας της Γερμανίας, της Ιταλίας και του Βελγίου, με τη συμμετοχή δώδεκα κρατών-μελών, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα.

Η λογική του «γερμανοιταλικού μπλόκ» εξυπηρετεί κυρίως τα τμήματα του ευρωπαϊκού κεφαλαίου που παραμένουν βαθιά ενσωματωμένα στις διατλαντικές (και γενικότερα παγκόσμιες) αλυσίδες αξίας και για τα οποία μια όξυνση της αντιπαράθεσης με τις ΗΠΑ θα συνεπαγόταν διακινδύνευση αγορών και, κατ’ επέκταση, κερδοφορίας. Για τον άξονα αυτόν, και ιδιαίτερα για τη Γερμανία, το κοινό ευρωπαϊκό χρέος θα ισοδυναμούσε με μεταφορά δημοσιονομικού κόστους και ρίσκου σε υπερεθνικό επίπεδο, περιορίζοντας το πλεονέκτημα που αντλεί από την υφιστάμενη αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης και από τη δική της δημοσιονομική ισχύ. Η ίδια η Γερμανία άλλωστε, βρίσκεται σε κατάσταση αποδυνάμωσης καθώς η απώλεια φθηνής ρώσικης ενέργειας, η κάμψη του εξαγωγικού της μοντέλου και η τεχνολογική υστέρηση σε κρίσιμους τομείς περιορίζουν τα περιθώρια ελιγμών της.

Η σύγκρουση των δύο πόλων εκφράστηκε και εντός του «μεγάλου επενδυτικού σχεδίου» της ΕΕ, δηλαδή της πολεμικής βιομηχανίας. Η γαλλογερμανική σύμπραξη για την κατασκευή αεροσκαφών έκτης γενιάς FCAS, με μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό που εκτιμάται έως και στα 100 δισ. ευρώ, μπήκε στον «πάγο», εξαιτίας της διαμάχης των εταιρειών Dassault Aviation και Airbus σχετικά με το ποια θα ηγηθεί και θα επωφεληθεί περισσότερο από το σχέδιο. Αντίθετα, η συμμαχία Γερμανίας–Ιταλίας αποκρυσταλλώνεται σε στρατιωτικό επίπεδο μέσα από την σχετικά πρόσφατη κοινοπραξία της Rheinmetall και της Leonardo, που δραστηριοποιείται στην κατασκευή αρμάτων μάχης και άλλων συστημάτων θωρακισμένων οχημάτων.

Εδώ βέβαια πρέπει να σημειώσουμε ότι ο γαλλογερμανικός άξονας, που για χρόνια παρουσιαζόταν ως η «ατμομηχανή» της Ευρώπης, δεν υπήρξε ποτέ αρραγής συμμαχία. Στο εσωτερικό του συνυπήρχαν ανταγωνισμοί, διαφορετικά παραγωγικά μοντέλα και αποκλίνοντα γεωπολιτικά συμφέροντα. Το σημερινό ρήγμα αντανακλά την αποδυνάμωση και των δύο πόλων, τα κόστη της οποίας μετακυλίονται στους λαούς.

Η περαιτέρω θεσμοποίηση του αυταρχισμού

Όπως προαναφέρθηκε, βασικό σημείο της άτυπης συνόδου αποτέλεσε η λεγόμενη «ενισχυμένη συνεργασία», δηλαδή η επισημοποίηση της δυνατότητας μιας σειράς χωρών να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες σε συγκεκριμένους τομείς χωρίς τη συναίνεση του συνόλου.

Η λήψη αποφάσεων με ομοφωνία, που τυπικά εξακολουθεί να ισχύει σε ορισμένους τομείς, προβλέπει ότι όλα τα κράτη-μέλη πρέπει να συμφωνήσουν για να εγκριθεί μια απόφαση, ενώ κάθε χώρα διαθέτει δικαίωμα βέτο, που μπορεί να την μπλοκάρει. Ωστόσο, βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη μια συντονισμένη προσπάθεια επέκτασης της λογικής των «προθύμων» και της «ενισχυμένης συνεργασίας» σε ζητήματα όπως η εξωτερική πολιτική, η άμυνα ή ακόμη και το κοινό χρέος. Με αυτόν τον τρόπο περιορίζεται η, έστω και ισχνή, δυνατότητα ενός κράτους να εκφράσει διαφορετική κατεύθυνση, καθώς θα υποχρεώνεται εκ των πραγμάτων να ακολουθεί τη γραμμή που χαράσσουν τα κυρίαρχα πολιτικά και οικονομικά μπλοκ του ευρωπαϊκού πυρήνα.

Με διάφορες νομικίστικες μεθοδεύσεις και τεχνάσματα, η αρχή της ομοφωνίας έχει ήδη πρακτικά πεταχθεί στον «κάλαθο των αχρήστων». Η έκδοση κοινού χρέους ύψους 90 δισ. ευρώ για τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας, η αξιοποίηση του Άρθρου 122 για τη διαχείριση ρωσικών περιουσιακών στοιχείων, καθώς και η υιοθέτηση πολιτικών απεξάρτησης από τους ρωσικούς ενεργειακούς πόρους έδειξαν ότι, όταν υπάρχει βούληση του κυρίαρχου πυρήνα και ταυτόχρονα έντονη γεωπολιτική πίεση των ΗΠΑ, μπορούν εύκολα να βρεθούν τρόποι παράκαμψης των βέτο.

Στην παρούσα φάση, η χαρασσόμενη κατεύθυνση για την ΕΕ είναι ο εξοπλισμός μέχρι τα δόντια και η συστηματική πολεμική προετοιμασία, γεγονός που καθιστά τη συγκυρία οριακή και μετατρέπει την εμβάθυνση του αυταρχισμού και μιας βίαιου τύπου πολιτικοστρατιωτικής ομοσπονδιοποίησης σε επικίνδυνο μοχλό επιτάχυνσης. Ακόμη και αν τυπικά μια στρατιωτική επιχείρηση απαιτεί ομοφωνία, τίποτα δεν διασφαλίζει ότι η υποβάθμιση αυτής της αρχής και η ενίσχυση των πρωτοβουλιών των εκάστοτε «προθύμων» δεν θα επιβεβαιώσει όσους μιλούν για φέρετρα με ευρωπαϊκές σημαίες.

Όλα αυτά, άλλωστε, εκτυλίσσονται στο έδαφος του επί τέσσερα χρόνια συνεχιζόμενου πολεμικού μετώπου στην Ουκρανία, το οποίο η ΕΕ επιλέγει να διατηρεί ενεργό, με κάθε κόστος.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση ως ολοένα και πιο επικίνδυνος εχθρός των λαών

Τα οικονομικά, πολιτικά και ιδεολογικά «καύσιμα» της μεταπολεμικής «χρυσής τριακονταετίας», που έδωσαν κάποια περιθώρια στην ΕΕ να παρουσιάζεται ως φορέας ευημερίας και ειρήνης, έχουν προ πολλού εξαντληθεί.

Το νέο «καύσιμο», δηλαδή η στροφή στην πολεμική βιομηχανία και η διαρκής διολίσθηση προς τον πόλεμο, αποτελεί εφιαλτική προσθήκη σε μια ήδη μακρόχρονη και ζοφερή πραγματικότητα. Αυτή περιλαμβάνει μόνιμες πολιτικές λιτότητας, παγωμένους και διαβρωμένους από τον πληθωρισμό μισθούς, γενικευμένη επισφάλεια, εξόντωση της φτωχομεσαίας αγροτιάς, κρατικό αυταρχισμό, συρρίκνωση της λαϊκής κυριαρχίας, πνιγμούς μεταναστών και διαρκείς περικοπές σε υγεία, παιδεία και κοινωνική πρόνοια.

Η αντίθεση στην ΕΕ και η χάραξη μιας πολιτικής πρακτικής που αναμετριέται συνολικά με τις κατευθύνσεις της, με στρατηγικό στόχο την έξοδο από αυτήν, δεν συνιστούν για την Αριστερά απλώς θέση αρχής, αλλά ουσιαστικό δρόμο διεξόδου τόσο για την ίδια όσο, κυρίως, για τον κόσμο της εργασίας και τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα. Χωρίς μια τέτοια ρήξη, κάθε κοινωνική διεκδίκηση για ειρήνη, αυξήσεις μισθών, κοινωνικές παροχές και δικαιώματα θα παραμένει σε διαρκή εκκρεμότητα, με τον κίνδυνο να συνθλιβεί μέσα στο ευρωενωσιακό οικονομικό, θεσμικό και πολεμοκάπηλο πλαίσιο.

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ