Το έγκλημα των Τεμπών αναδεικνύει με δραματικό τρόπο την αναγκαιότητα ενός δημόσιου, κοινωνικά ελεγχόμενου σιδηροδρόμου ως τη μόνη λύση που μπορεί να εγγυηθεί ασφάλεια, πρόσβαση και αξιοπρεπή λειτουργία για όλους. Η εμπορευματοποίηση και η ιδιωτικοποίησή του θυσίασαν τη ζωή 57 συνανθρώπων μας στη λογική του καπιταλιστικού κέρδους.
Η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την προώθηση της ιδιωτικοποίησης και της εμπορευματοποίησης δημόσιων υπηρεσιών, ενισχύει τις λογικές κέρδους εις βάρος της ασφάλειας και των κοινωνικών αναγκών. Λειτουργεί ως μηχανισμός που προάγει την αγορά και τον ανταγωνισμό, περιορίζοντας τη δυνατότητα κρατικού ή κοινωνικού ελέγχου στους σιδηροδρόμους και καθιστώντας δυσχερέστερη την εφαρμογή μέτρων που θα εξασφαλίζουν την προστασία της ζωής των πολιτών και τη δημόσια χρησιμότητα του σιδηροδρομικού δικτύου.
Επομένως η πάλη για σύγκρουση, ρήξη και τελικά, έξοδο από την ΕΕ, από εργατική σκοπιά, αποτελεί οργανικό στοιχείο της πάλης για δημόσιο σιδηρόδρομο με εργατικό, κοινωνικό και δημοκρατικό έλεγχο.
Το κείμενο αυτό, με αφορμή τη συμπλήρωση τριών χρόνων από το τραγικό έγκλημα των Τεμπών, επαναφέρει στο προσκήνιο τη θεωρητική διαπάλη που διεξάγεται εντός της κομμουνιστικής Αριστεράς για καίρια ζητήματα.
Αυτές οι διαφορές δεν μένουν σε θεωρητικό επίπεδο, οδηγούν σε διαφορετικές πολιτικές γραμμές μέσα στο κίνημα. Επομένως η ηγεμονία της μιας ή της άλλης πολιτικής γραμμής μπορεί να οδηγεί σε καθυστερήσεις ή αδράνεια, σε ανεπαρκή, λάθος ή σωστό προσανατολισμό της πάλης.
Α’ ΜΕΡΟΣ: Ιδιωτικοποιήσεις, κρατικοποιήσεις
και εργατικός έλεγχος
- Η αστική κρατικοποίηση, επιλογή της περασμένης εποχής
Πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το κράτος, εκτός από μηχανισμός δημόσιας βίας και εξουσίας της κυρίαρχης αστικής τάξης, παρενέβαινε στην οικονομία και ρύθμιζε την αγορά, χωρίς όμως να αποτελεί το βασικό φορέα συσσώρευσης κεφαλαίου ή να δρα με αυτοτελή ταξικά συμφέροντα. Ο ρόλος του ήταν κυρίως διαχειριστικός, στηρίζοντας τη συνολική αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος προς όφελος της ιδιωτικής αστικής τάξης.
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η διευρυμένη κρατική παρέμβαση (κευνσιανισμός) μετασχηματίζει το κράτος σε πραγματικό καπιταλιστή. Το κράτος διεισδύει άμεσα σε τομείς της καπιταλιστικής παραγωγής, επενδύει και συσσωρεύει κεφάλαιο μέσω κρατικών επιχειρήσεων και δημόσιων επενδύσεων. Παράλληλα, η κρατική γραφειοκρατία αποκτά ταξική υπόσταση. Μετατρέπεται, από κοινωνική κατηγορία χωρίς ουσιαστική οικονομική και πολιτική ισχύ, σε διακριτό τμήμα της αστικής τάξης συγκροτώντας τη συλλογική γραφειοκρατική κρατική αστική τάξη.[1]
Την περίοδο 1945–1975 το ιδιωτικό κεφάλαιο συμμετέχει ενεργά και κυριαρχεί σε ορισμένους τομείς, αλλά το κρατικό κεφάλαιο έχει τον στρατηγικό έλεγχο. Στην Ελλάδα, η κυριαρχία του κρατικού κεφαλαίου είναι εμφανής κυρίως από το 1950 έως το 1989, φτάνοντας στην κορύφωσή της κατά τα έτη 1974–1989.
Με τις αστικού τύπου, «κλασικές» κρατικοποιήσεις, ενισχύεται το κρατικό κεφάλαιο παίρνοντας υπό τον έλεγχο, την κατοχή και την κυριότητά του τα μέσα παραγωγής, «κοινωνικοποιώντας» τις ζημιές των στρατηγικής σημασίας ιδιωτικών επιχειρήσεων με στόχο τη διάσωσή τους. Γίνεται, συνήθως, με αποζημίωση του ιδιωτικού κεφαλαίου. Οι σχέσεις παραγωγής παραμένουν αστικές και η εκμετάλλευση ενισχύεται. Η παραγωγή συνεχίζει να γίνεται με κριτήριο το καπιταλιστικό κέρδος.
Η αστική τάξη ταυτίζει το κρατικό με το δημόσιο συμφέρον, για να δημιουργεί σύγχυση στην εργατική τάξη και στα λαϊκά στρώματα, πείθοντας ότι τα συμφέροντά της είναι συμφέροντα όλου του λαού. Όμως το αστικό κράτος δεν είναι ουδέτερο, δεν ταυτίζεται με την κοινωνία, δεν εκφράζει το κοινωνικό συμφέρον, είναι μηχανισμός εξουσίας και καταπίεσης στα χέρια της αστικής τάξης. Λειτουργεί ως «συλλογικός καπιταλιστής».
Το αστικό κράτος όταν παίρνει στην κατοχή του τα δημόσια αγαθά (νερό, ενέργεια, μεταφορές, παιδεία, υγεία, πρόνοια) δεν τα κοινωνικοποιεί ούτε καν έμμεσα, γιατί τα υποτάσσει στη λογική του κεφαλαίου.
Το κρατικό δεν ταυτίζεται με το δημόσιο. Το κρατικό δηλώνει τη σύνδεση με την κρατική εξουσία και τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης, ενώ το δημόσιο εκφράζει την πανκοινωνική χρήση και το κοινωνικό συμφέρον, που μπορεί να υλοποιηθεί πλήρως μόνο με την απονέκρωση του εργατικού κράτους και την κατάργηση των τάξεων στην πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, τον σοσιαλισμό.
Στον καπιταλισμό, καμιά κρατική παροχή δεν είναι ουσιαστικά δωρεάν αφού όλοι οι κρατικοί οργανισμοί – επιχειρήσεις χρηματοδοτούνται μέσω του κρατικού προϋπολογισμού. Και τα έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού, όσον αφορά την άμεση φορολογία, προέρχονται τόσο από την φορολογία των εργαζομένων, που κρατιέται από το μισθό τους, όσο και από την φορολογία των καπιταλιστών, που αποτελεί μέρος της υπεραξίας που παράγουν οι εργαζόμενοι.
Υπάρχουν ποιοτικές διαφορές ανάμεσα στην κρατικοποίηση σε ένα αστικό και σε ένα εργατικό επαναστατικό κράτος. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η εργατική πολιτική δεν μπορεί ή δεν επιτρέπεται να παρέμβει στο πεδίο της ιδιοκτησίας εντός του καπιταλισμού, με στόχο την επιβολή κατακτήσεων που θα βελτιώνουν τις συνθήκες της ζωής των εργαζομένων και θα προσεγγίζουν το δρόμο για την επαναστατική κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της.
- Νεοφιλελευθερισμός: Οι ιδιωτικοποιήσεις, στρατηγική επιλογή του κεφαλαίου
Η κρίση του 1973 σηματοδοτεί τη μετάβαση σε μια νέα ιστορική βαθμίδα του καπιταλισμού (στάδιο ή φάση ή περίοδος κ.α.), που αρχίζει να διαμορφώνεται στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και ολοκληρώνεται στη δεκαετία του ’90. Το κρατικό κεφάλαιο και ο φορέας του, η κρατική γραφειοκρατική αστική τάξη, υποχωρούν σταδιακά, με την επιρροή τους να μειώνεται υπέρ του ιδιωτικού κεφαλαίου και της ιδιωτικής αστικής τάξης. Οι πολυεθνικές εταιρείες και οι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι αποκτούν την ηγεμονία, τον στρατηγικό έλεγχο, έναντι του κρατικού κεφαλαίου.
Σε πολιτικό επίπεδο, η μετάβαση αυτή εκφράζεται μέσα από το νεοφιλελευθερισμό. Οι ιδιωτικοποιήσεις αναδεικνύονται σε βασικό δόγμα της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας και πολιτικής σε παγκόσμια κλίμακα. Τα μέσα παραγωγής και οι βασικές κοινωνικές υπηρεσίες που ιδιωτικοποιούνται, πλήρως ή μερικώς, οργανώνονται με κύριο στόχο τη μεγιστοποίηση του κέρδους, ενώ υποβαθμίζεται ακόμα περισσότερο ο δευτερεύον κοινωνικός χαρακτήρας τους. Έτσι, αγαθά όπως η ενέργεια, το νερό, οι μεταφορές, η παιδεία και η υγεία σταματούν, επί της ουσίας, να θεωρούνται κοινωνικά δικαιώματα και μετατρέπονται σε πεδία κερδοφορίας του πολυεθνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου.
Οι ιδιωτικοποιήσεις συνοδεύονται από φοροαπαλλαγές για το ιδιωτικό κεφάλαιο, αυξήσεις τιμών, απολύσεις, μειώσεις μισθών, ελαστικές μορφές εργασίας και περιορισμό των εργασιακών δικαιωμάτων. Η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων της πόλης και της υπαίθρου εντείνεται, ενώ η κρατική βία και καταστολή κλιμακώνονται, συμβάλλοντας στη συγκέντρωση πλούτου και εξουσίας στα χέρια του ιδιωτικού πολυεθνικού κεφαλαίου. Οι ιδιωτικοποιήσεις δεν αποτελούν απλώς τεχνική επιλογή, αλλά μηχανισμό ταξικής αναδιανομής πλούτου και εξουσίας υπέρ του ιδιωτικού κεφαλαίου. Διευρύνουν τις κοινωνικές ανισότητες και αποδυναμώνουν τις λειτουργίες του αστικού κράτους που σχετίζονται με την αναπαραγωγή και συντήρηση της εργατικής δύναμης, όπως η υγεία, η παιδεία και η κοινωνική πρόνοια. Παράλληλα, αποδυναμώνουν τη διαπραγματευτική ισχύ της εργατικής τάξης και ενισχύουν τις τάσεις υποταγής της στο κεφάλαιο.
Οι Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ), όπως εμφανίστηκαν τη δεκαετία του ’90, εκφράζουν αυτή τη δυναμική: το κράτος παίζει ρόλο ρυθμιστή και εγγυητή, χρηματοδοτεί παράλληλα αδρά, ενώ η συσσώρευση κεφαλαίου μεταφέρεται στους ιδιώτες, ενισχύοντας τον βαρύνοντα ρόλο του ιδιωτικού κεφαλαίου στο πεδίο των δημόσιων αγαθών.
Κατά την καπιταλιστική κρίση του 2007–2009, το αστικό κράτος παρεμβαίνει με μέτρα κευνσιανού χαρακτήρα για να διασώσει το τραπεζικό σύστημα μέσω της «κοινωνικοποίησης» των ζημιών. Το αστικό κράτος αναβαθμίζει προσωρινά τη θέση του σε σχέση με το ιδιωτικό κεφάλαιο, παραμένει όμως υπό την δεσπόζουσα θέση του τελευταίου, καθώς τα υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα και το δημόσιο χρέος, μετά την κρίση, συρρικνώνουν τον δημόσιο τομέα και αποδυναμώνουν το κρατικό κεφάλαιο στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες.
Ειδικά για την Ελλάδα, το ιδιωτικό κεφάλαιο κυριαρχεί σταδιακά από τη δεκαετία του 1990 και μετά. Ιδιαίτερα, κατά τη μνημονική περίοδο 2010-2018, η συσσώρευση περνά σχεδόν αποκλειστικά στο ιδιωτικό και διεθνές κεφάλαιο. Από το 2019 και μετά, το ιδιωτικό κεφάλαιο συνεχίζει να κατέχει τη δεσπόζουσα θέση στη συσσώρευση του κεφαλαίου, με το κράτος να το υποστηρίζει χρηματοδοτικά και ρυθμιστικά μέσω ΣΔΙΤ και πόρων της ΕΕ.
- Εργατικές κρατικοποιήσεις στο πλαίσιο της μετεπαναστατικής μεταβατικής περιόδου.
Ο Ένγκελς στο έργο του «Αντι Ντύρινγκ» επισημαίνει ότι το σύγχρονο κράτος είναι μια καπιταλιστική μηχανή, που όσο περισσότερες παραγωγικές δυνάμεις παίρνει κάτω από την ιδιοκτησία του, τόσο περισσότερο γίνεται ο πραγματικός συνολικός καπιταλιστής. Οι καπιταλιστικές σχέσεις δεν καταργούνται αντίθετα φτάνουν στο αποκορύφωμά τους. Από δω όμως ξεκινάει η μεταβολή. «Γιατί η κρατική ιδιοκτησία πάνω στις παραγωγικές δυνάμεις, ενώ δεν αποτελεί τη λύση της σύγκρουσης, περικλείνει μ’ όλα ταύτα το τυπικό μέσον, τον τρόπο χειρισμού για την οριστική λύση. Η λύση αυτή δεν μπορεί να είναι άλλη, έξω από την πανηγυρική αναγνώριση του γεγονότος ότι οι σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις είναι, από τη φύση τους την ίδια, κοινωνικές και γι’ αυτό πρέπει να εναρμονιστεί αυτός ο τρόπος παραγωγής, ιδιοποίησης και ανταλλαγής με τον κοινωνικό χαρακτήρα των μέσων παραγωγής. Κι αυτό μπορεί να συμβεί μόνο αν η κοινωνία (σ.σ. κι όχι το εργατικό κράτος), ανοιχτά και χωρίς περιστροφές, πάρει στην κατοχή της τις παραγωγικές δυνάμεις, που έχουν τόσο μεγαλώσει ώστε να μην υπακούουν σε καμία άλλη διεύθυνση, εκτός από τη δική της (σελ. 414, εκδ. Αναγνωστίδης).
Επομένως, η κρατικοποίηση των μέσων παραγωγής στο πλαίσιο της εργατικής επαναστατικής εξουσίας είναι το «τυπικό μέσο» της λύσης. Είναι έμμεση μορφή κοινωνικής ιδιοκτησίας.
Η ουσιαστική και οριστική λύση είναι η άμεση κοινή ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής από τους ίδιους τους ισότιμα συνεταιρισμένους παραγωγούς, από την ίδια την κοινωνία. Είναι η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής που πραγματώνεται στην πρώτη φάση (σοσιαλισμός) και δεύτερη φάση (κομμουνισμός) της αταξικής κοινωνίας.
Με άλλα λόγια, το πέρασμα όλων των μέσων παραγωγής στα χέρια του εργατικού κράτους, δηλαδή η πλήρης κρατικοποίησή τους, αποτελεί την αφετηρία της κοινωνικοποίησής τους.
Συνεπώς, η αλλαγή της νομικής μορφής στην ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, από ατομική σε κρατική, μέσω της κρατικοποίησης, είναι μεν απαραίτητη προϋπόθεση, αλλά δεν ταυτίζεται με την αλλαγή των σχέσεων παραγωγής.
- Ο εργατικός έλεγχος, απόρριψη της «συμμετοχικής» ψευδαίσθησης
Σε ό,τι αφορά τον εργατικό έλεγχο στις ιδιωτικές ή κρατικοποιημένες αστικές επιχειρήσεις, είναι ανάγκη να τονιστεί ότι δεν αναφερόμαστε στα σχήματα «συμμετοχής των εργαζομένων» και «εποπτικών συμβουλίων» που προώθησε η σοσιαλδημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του ’80.
Η λεγόμενη αυτή «συμμετοχή» δεν είχε στόχο την υπέρβαση της εκμετάλλευσης, αλλά τη διαιώνισή της, καλλιεργώντας αυταπάτες περί «δικής τους επιχείρησης» και διαμορφώνοντας μια διοικούσα εργατική αριστοκρατία. Επιβλήθηκε στο αποκορύφωμα των εργατικών αγώνων ως μέσο χειραγώγησης και εκμαυλισμού τους. Έτσι ενισχύθηκε η ταξική συνεργασία και επιταχύνθηκε η ενσωμάτωση και ο εκφυλισμός του εργατικού κινήματος.
Ο αναγκαίος εργατικός έλεγχος δεν έχει τίποτα κοινό με τη λογική της «συμμετοχής». Αντίθετα, ακόμα και στην πιο μερική και ασταθή μορφή εκδήλωσής του, ο εργατικός έλεγχος αμφισβητεί ακριβώς αυτό που δέχεται η «συμμετοχή», δηλαδή την εξουσία των ιδιοκτητών στο πλαίσιο της επιχείρησης. Αμφισβητεί το γνωστό διευθυντικό δικαίωμα. Δεν αμφισβητεί το διευθυντικό ρόλο της κεφαλαιοκρατίας στο επίπεδο της οικονομίας και φυσικά, δεν αμφισβητεί τη μισθωτή εργασία συνολικά. Οι εργαζόμενοι μέσω του εργατικού ελέγχου θέτουν «βέτο». Δηλαδή αντιτάσσονται και επιδιώκουν να ματαιώσουν έμπρακτα τις αποφάσεις της διοίκησης, πρωτίστως στα ζητήματα των απολύσεων και ευρύτερα των εργασιακών σχέσεων. Θέτουν ζήτημα κατάργησης του «απόρρητου» και απαιτούν την πρόσβαση στα λογιστικά βιβλία της επιχείρησης κ.α.
Για να αποφεύγονται οι περιπτώσεις διαφθοράς και εξαγοράς των εργαζομένων από την εργοδοσία, ο εργατικός έλεγχος είναι αναγκαίο να ασκείται από εναλλασσόμενους εκπροσώπους των εργαζομένων οι οποίοι θα είναι εκλεγμένοι για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και κυρίως θα είναι ανακλητοί ανά πάσα στιγμή από τη γενική συνέλευση των εργαζομένων. Επίσης θα είναι υποχρεωμένοι να εκτελούν τις αποφάσεις των γενικών συνελεύσεων και να λογοδοτούν σε αυτές. Δεν θα έχουν καμία επιπλέον απολαβή (μπόνους, ταξίδια κ.α.) πέραν του μισθού τους. Ιδιαιτέρως σημαντικό είναι οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να ανήκουν στην εργατική τάξη και όχι στα μισθωτά μικροαστικά, ημιδιευθυντικά και αστικά διευθυντικά στρώματα.
Προϋπόθεση για την επιτυχία του εργατικού ελέγχου αποτελεί η ύπαρξη ενός ταξικού μαζικού εργατικού κινήματος με αντικαπιταλιστικό πολιτικό προσανατολισμό. Αυτό δεν σημαίνει ότι το αίτημα πάλης του εργατικού ελέγχου πρέπει να παραπεμφθεί στις ελληνικές καλένδες της επαναστατικής κατάστασης ή της επαναστατικής εξουσίας. Η εργατική τάξη για να αντιμετωπίσει τις καταστροφικές συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης, αλλά και για να κατανοήσει την αναγκαιότητα και τη δυνατότητα της επαναστατικής κατάκτησης της εξουσίας, είναι ανάγκη να δοκιμάσει στην πράξη τα όρια και τις δυσκολίες κατάκτησης και λειτουργίας έστω και ατελών μορφών εργατικού ελέγχου.
- Εργατικού τύπου κρατικοποιήσεις, εντός και εναντίον του καπιταλισμού: δημόσιες επιχειρήσεις με εργατικό, κοινωνικό και δημοκρατικό έλεγχο
Οι σιδηρόδρομοι και όλα τα κοινωνικά αναγκαία αγαθά πρέπει να περάσουν αποκλειστικά στο δημόσιο. Όχι με τη μορφή των αποτυχημένων και γραφειοκρατικών κρατικοποιήσεων του παρελθόντος, αλλά με νέους κοινωνικούς όρους: με εργατικό, κοινωνικό και δημοκρατικό έλεγχο. Οτιδήποτε λιγότερο αναπαράγει την κυριαρχία του κεφαλαίου. Η επιλογή αυτή δεν αποτελεί ιδεολογική εμμονή, αλλά υλική και κοινωνική αναγκαιότητα.
Στην ουσία, πρόκειται για εργατικού τύπου κρατικοποιήσεις, που συγκροτούνται εντός και εναντίον του καπιταλισμού.
Γι’ αυτό, έως ότου —και προκειμένου να— ωριμάσουν οι συνθήκες για την επαναστατική κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της, δηλαδή μέχρι τη στιγμή που θα ανοίξει ο δρόμος για την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και τη δωρεάν πρόσβαση στα δημόσια αγαθά, είναι αναγκαίο, από σήμερα, να διεξάγεται ένας σαφής και συνεπής πολιτικός αγώνας για δημόσιες επιχειρήσεις σε όλους τους στρατηγικά κρίσιμους τομείς.
Ως δημόσιες επιχειρήσεις ορίζουμε εκείνες που βρίσκονται υπό κρατική ιδιοκτησία σε όλες τις μορφές της (κυβέρνηση, υπουργεία, περιφέρειες, δήμοι, κοινότητες) ή υπό συνεταιριστικά σχήματα διαφορετικών τύπων, στα οποία ασκείται εργατικός, κοινωνικός και δημοκρατικός έλεγχος.
Αγωνιζόμαστε ώστε οι επιχειρήσεις αυτές να παράγουν δημόσια αγαθά με κριτήριο την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών και να υπηρετούν τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των μικροαστικών στρωμάτων της πόλης και της υπαίθρου, λειτουργώντας ως μέσα υπεράσπισης και διεύρυνσης του συλλογικού κοινωνικού πλούτου απέναντι στην καπιταλιστική εκμετάλλευση.
Έχουμε επίγνωση ότι, στο έδαφος του καπιταλισμού, οι νόμοι της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας παραμένουν. Ωστόσο, μέσα από την πάλη για κατακτήσεις εργατικού τύπου, από τη μια αναδεικνύουμε τα όρια και τις αντιφάσεις του καπιταλισμού και κλονίζουμε την κυριαρχία της αγοράς, και από την άλλη, ενισχύουμε τη δύναμη και την αυτοπεποίθηση της εργατικής τάξης στην πάλη για την ανατροπή της επίθεσης του κεφαλαίου, σήμερα, και την επαναστατική εξουσία, αύριο.
Με αυτή την πολιτική και κοινωνική πρόταση, το εργατικό-λαϊκό κίνημα και η Αριστερά στρέφονται ευθέως και με αυτοπεποίθηση ενάντια στη σημερινή στρατηγική του κεφαλαίου, που προωθεί καθολική ιδιωτικοποίηση και εμπορευματοποίηση. Η γραμμή της σοσιαλδημοκρατίας και τμημάτων της ρεφορμιστικής Αριστεράς, που προτείνουν «καλύτερες ιδιωτικοποιήσεις» ή δήθεν «δημόσιο έλεγχο» των ιδιωτικοποιημένων επιχειρήσεων, ενισχύει στην πράξη την αστική στρατηγική. Παρόμοια, η θέση ορισμένων τμημάτων του κομμουνιστικού κινήματος, ότι «δεν ενδιαφέρει το εργατικό κίνημα αν οι επιχειρήσεις είναι δημόσιες ή ιδιωτικές, οι κρατικοποιήσεις αφορούν μόνο μετά την επανάσταση», οδηγεί τελικά στο ίδιο αποτέλεσμα: την ενίσχυση της στρατηγικής επιλογής του κεφαλαίου για ιδιωτικοποιήσεις.
- Γιατί οι σιδηρόδρομοι και οι βασικές υπηρεσίες πρέπει να περάσουν στο δημόσιο με εργατικό, κοινωνικό και δημοκρατικό έλεγχο
Παλεύουμε για δημόσια ιδιοκτησία με εργατικό, κοινωνικό και δημοκρατικό έλεγχο γιατί:
Πρώτο, δημιουργεί τις προϋποθέσεις ενιαίων, κοινωνικά χρήσιμων οργανισμών τερματίζοντας τον κατακερματισμό που προκαλεί ο ανταγωνισμός των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Συμβάλλει στη συγκρότηση ισχυρών οργανισμών με κοινωνικό προσανατολισμό, μέσα από έναν ενιαίο δημόσιο σχεδιασμό, όπου τα σύνθετα δίκτυα μεταφορών και υπηρεσιών λειτουργούν με ασφάλεια, διαφάνεια και αποτελεσματικότητα, καλύπτοντας τις ανάγκες των εργαζομένων, των επιβατών και της κοινωνίας συνολικά.
Δεύτερο, περιορίζει τη σπατάλη πόρων και κατευθύνει τα προϊόντα της κοινωνικής εργασίας προς φθηνές, ποιοτικές και καθολικά προσβάσιμες υπηρεσίες, αντί να υποτάσσονται στην αγορά και στο κέρδος.
Τρίτο, απομακρύνει τα δημόσια αγαθά από τα χρηματιστήρια και την άναρχη «ελεύθερη» αγορά, διαταράσσοντας τους νόμους του κεφαλαίου και επιτρέποντας στα προϊόντα να λειτουργούν στην υπηρεσία της κοινωνίας. Μέσα από αυτή τη λογική επιβάλλεται η «εργατική πολιτική οικονομία» αντί της κυρίαρχης «αστικής πολιτικής οικονομίας», όπως τόνιζε ο Μαρξ στη Διακήρυξη της Α΄ Διεθνούς.
Τέταρτο, μεταφέρει την ευθύνη στις κυβερνήσεις για κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις, όπου μπορεί να ασκηθεί λαϊκή πίεση και κοινοβουλευτικός έλεγχος (π.χ., τιμές ρεύματος, μεταφορών, βασικών υπηρεσιών, μισθούς, ώρες εργασίας, παροχή ποιοτικών υπηρεσιών σε υγεία, παιδεία κ.α.)
Πέμπτο, ενώνει και ενισχύει την εργατική τάξη, σε αντίθεση με τις ιδιωτικοποιήσεις που προωθούν τον κατακερματισμό της, τη διάσπαση και την επισφάλεια των θέσεων εργασίας.
Έκτο, διευκολύνει τον πραγματικό εργατικό, κοινωνικό και δημοκρατικό έλεγχο, με ενεργή συμμετοχή δήμων, τοπικών κοινοτήτων, καταναλωτών, πανεπιστημίων, επιστημόνων και εργαζομένων, όχι απλά για τυπική διαβούλευση αλλά με ουσιαστικό λόγο στη διαχείριση των δημόσιων αγαθών.
Αυτή η πολιτική κατεύθυνση συγκροτεί και αναβαθμίζει την εργατική τάξη και το κίνημά της, μετατρέποντας το σημερινό αγώνα για άμεσες κατακτήσεις σε σχολείο προετοιμασίας για την ανατροπή της επίθεσης και την επανάσταση. Μέσα από τις μάχες για κατακτήσεις και νίκες, η εργατική τάξη οικοδομεί την πείρα, τη συνείδηση και την ικανότητα που απαιτούνται για την αυτοδιεύθυνση και την άσκηση της δικής της εξουσίας.
* Στο Β’ Μέρος: «Από την κρατικοποίηση στην κοινωνικοποίηση. Σχέσεις ιδιοκτησίας – Κεντρικός σχεδιασμός – Εργατική αυτοδιεύθυνση: παραγωγικό, κοινωνικό και πολιτικό ορόσημο της μετάβασης στον κομμουνισμό».
[1] Είναι χαρακτηριστική η επιστολή του Ένγκελς στον Κόνραντ Σμιθ (Λονδίνο 27 Οκτωβρίου 1890) στην οποία αναφέρει: «Η αστική κοινωνία δημιουργεί ορισμένες λειτουργίες, χωρίς τις οποίες δεν μπορεί να υπάρξει. Τα πρόσωπα που διορίζονται για την εκτέλεσή τους σχηματίζουν έναν νέο κλάδο του καταμερισμού της εργασίας μέσα στην κοινωνία. Έτσι αποκτούν ιδιαίτερα συμφέροντα, διακριτά και από τα συμφέροντα εκείνων από τους οποίους αντλούν τη δύναμή τους. Καθίστανται απέναντί τους ανεξάρτητα — και τότε το κράτος υπάρχει. Η νέα πολιτική δύναμη, από τη στιγμή που εδραιώθηκε, επιδιώκει τη μεγαλύτερη δυνατή ανεξαρτησία και, αφού σταθεροποιηθεί, αποκτά τη δική της κίνηση» [Δημοσιευμένη στα Άπαντα Μαρξ-Ένγκελς (MEW), τόμος 37, σελίδα 494].

