Πηγή: Infowar
Επισκεπτόμαστε ξανά την εταιρεία που αγαπάμε να μισούμε και συζητάμε για το πώς ο φασισμός είναι μια βαθιά οικονομική αστική επιλογή. Συγκεκριμένα στις 18 Απριλίου, ο επίσημος λογαριασμός της Palantir έκανε μια ανάρτηση που μπορεί να διαβαστεί με δύο τρόπους: αφ’ ενός ως προσπάθεια προώθησης ενός βιβλίου που μάλλον δεν πηγαίνει όσο καλά απαιτεί ο εγωισμός των συγγραφέων του, αφ’ ετέρου ως δημόσια δήλωση των συλλογικών αιτημάτων των εταιρειών «τεχνητής νοημοσύνης» (παραθέτουμε το πλήρες κείμενο στο τέλος του άρθρου).
Κατ’ αρχάς, είναι βασική μας θέση πως η χρήση του όρου «τεχνητή νοημοσύνη» είναι βαθιά παραπλανητική. Πρόκειται για όρο σκόπιμα επιλεγμένο ώστε να εξάπτει την (επιστημονική) φαντασία των επενδυτών και το φόβο των πολιτών. Αυτές οι δύο συναισθηματικές αντιδράσεις είναι απόλυτα απαραίτητες για τη θυσία τεράστιων ποσών χρημάτων και ζωτικών πόρων στο βωμό των εταιρειών αυτών, σε βάρος του κοινωνικού συνόλου.
Στο παρόν άρθρο δεν εξετάζουμε την ανάρτηση 22 θέσεων της Palantir υπό αυτό το πρίσμα. Αντιθέτως, την προσεγγίζουμε υπό το πρίσμα του κύκλου εργασιών της, της κρατικοδίαιτης φύσης της και του δομικού εκφασισμού που απαιτεί το επιχειρηματικό της μοντέλο. Κι όμως, στο τέλος του άρθρου θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα της προηγούμενης παραγράφου.
Η «γνωστή-άγνωστη» Palantir
Το πρώτο πράγμα που πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας για την Palantir είναι η ίδρυσή της, καθώς ήταν περίπου μια εταιρεία-τεχνοβλαστός της CIA. Ως εκ τούτου, είχε τη δυνατότητα να προβεί σε έρευνα και συνεργασίες εκ μέρους της, χωρίς όμως τους δημοκρατικούς περιορισμούς που διέπουν τη λειτουργία μιας κρατικής υπηρεσίας. Σύμφωνα με άρθρο του 2025, το 55% του εισοδήματος της Palantir προερχόταν από κρατικά συμβόλαια, το οποίο όπως υπονοείται ήταν ιστορικό χαμηλό για την εταιρεία, η οποία ξεκίνησε έχοντας ως μοναδικό πελάτη τη CIA.
Ο τομέας στον οποίο αναδείχθηκε η εταιρεία είναι συγκεκριμένα η οργάνωση βάσεων δεδομένων. Τόσο οι αρχιτεκτονικές που χρησιμοποιεί όσο και τα εργαλεία απεικόνισης κάνουν ένα πολύ απλό αλλά απόλυτα βασικό πράγμα: παίρνουν τεράστιους όγκους ετερογενών δεδομένων και τα διασυνδέουν μεταξύ τους ώστε να μπορεί να εξαχθεί νέα πληροφορία από αυτά. Όπως εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς, οι μόνοι δυνητικοί πελάτες για τέτοιες δουλειές μπορούν να είναι οι μεγαλύτερες εταιρείες του πλανήτη στο χώρο του διαδικτύου και τα περισσότερα οργανωμένα κράτη. Μόνο σε αυτές τις δύο κατηγορίες πελατών μπορούν να συγκεντρωθούν οι απαραίτητοι όγκοι δεδομένων.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιου πελάτη είναι το Εθνικό Σύστημα Υγείας της Μ. Βρετανίας, το οποίο έχει μυστική σύμβαση (δόθηκε στη δημοσιότητα λογοκριμένη κατά τα 7/10) με την Palantir. Με μια τέτοια σύμβαση δημιουργούνται δύο σημαντικά προβλήματα. Κατ’ αρχάς, μια ιδιωτική εταιρεία αποκτά πρόσβαση σε εξαιρετικά ευαίσθητα προσωπικά δεδομένων των πολιτών μιας ολόκληρης χώρας.
Κατά δεύτερον, το γεγονός ότι μετέπειτα η ομαλή λειτουργία του Συστήματος Υγείας θα βασίζεται σε κλειστά εταιρικά εργαλεία δημιουργεί μια κατάσταση ομηρίας της βρετανικής κυβέρνησης από την εν λόγω εταιρεία. Οποιαδήποτε λήξη του συμβολαίου θα απαιτεί νέα επένδυση δισεκατομμυρίων λιρών για τη δημιουργία αντίστοιχων συστημάτων. Αυτό σημαίνει πως είτε η Palantir θα κρατά το βρεττανικό ΕΣΥ στα χέρια της για πάντα, είτε ότι το βρετανικό κράτος θα πληρώσει τουλάχιστον δύο φορές για την ίδια δουλειά, μια για να εξαρτηθεί και μια για να… απεξαρτηθεί. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η εταιρεία συχνά κάνει το πρώτο συμβόλαιο σχεδόν δωρεάν, γνωρίζοντας πως η ανανέωση της σύμβασης θα γίνει σε οποιαδήποτε τιμή η ίδια αποφασίσει λόγω εξάρτησης.
Επίσης, πρέπει να επαναφέρουμε στο μυαλό μας τις καταβολές της Palantir: υπό φυσιολογικές συνθήκες, το να αποκτήσει μια θυγατρική των μυστικών υπηρεσιών μιας χώρας πρόσβαση στα στοιχεία των νοσοκομείων μιας άλλης χώρας το λέμε… κυβερνοεπίθεση. Το γεγονός ότι αυτό γίνεται με κανονική σύμβαση και πρωτοβουλία του κρατικού μηχανισμού είναι μεταξύ άλλων και μια δήλωση υποταγής στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Στην καλύτερη περίπτωση, συμβολική.
Και κλείνοντας αυτήν την ενότητα, θυμίζουμε πως και το ελληνικό κράτος είχε κάνει ανάλογη σύμβαση με την Palantir τον πρώτο καιρό της πανδημίας του COVID, η οποία επίσης είχε ρήτρες μυστικότητας με αποτέλεσμα να είναι αδύνατος ο δημόσιος έλεγχος επί της εταιρείας.
Οι τρέχουσες δουλίτσες της Palantir
Κανείς δε μπορεί να μιλήσει για την Palantir χωρίς να ξεκινήσει από τη βαθιά της ταύτιση με τη νεοφασιστική πλευρά της πολιτικής της κυβέρνησης Τραμπ. Αναφερόμαστε συγκεκριμένα στη συνεργασία με την Υπηρεσία Μετανάστευσης (ICE) ύψους 30 εκατομμυρίων δολλαρίων για τη δημιουργία ενός συστήματος παρακολούθησης της κίνησης μεταναστών σε πραγματικό χρόνο. Το ίδιο το ICE είναι ένα συνοθύλευμα προσωπικού διαφόρων υπηρεσιών, το οποίο έχει μορφή επί της ουσίας άγνωστη στην Ελλάδα, παραπέμποντας περισσότερο σε οριζόντιο δίκτυο συνεργασίας μεταξύ διαφορετικών υπηρεσιών, παρά σε υπηρεσία με την ευρωπαϊκή έννοια του όρου.
Το ICE χρησιμοποιείται από τον Τραμπ όχι μόνον ως φαιοχίτωνες εναντίον των μεταναστών, αλλά και ως ομάδες κρούσης για τη δημιουργία ταραχών σε πόλεις των οποίων τους δημάρχους δε συμπαθεί πολιτικά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν τα γεγονότα στη Μιννεάπολη, με την απρόκλητη εκτέλεση της Ρενί Γκουντ σε κοινή θέα από πράκτορες της υπηρεσίας. Ακόμα σημαντικότερο είναι πως ένα μέρος του προσωπικού που εστάλη για κατάπνιξη των ταραχών που ακολούθησαν επέλεξε να πάει εθελοντικά – πράγμα που σημαίνει πως πήγαν τα πιο σκοτεινά στοιχεία των κατασταλτικών υπηρεσιών. Ακόμα σημαντικότερο είναι πως σύμφωνα με ανακοίνωση του Ιανουαρίου, το προσωπικό του ICE υπερδιπλασιάστηκε σε λιγότερο από 4 μήνες (!), με την υπηρεσία να καλεί τον κόσμο να καταταγεί με καθαρή ακροδεξιά σημειολογία.
Επιμένουμε σε αυτό το συμβόλαιο επειδή ήταν το πιο ξεκάθαρο ως προς το ιδεολογικό του πρόσημο, και σχετικά μικρό σε μέγεθος. Δεν ισχύουν τα ελαφρυντικά (εντός υπερβολικά πολλών εισαγωγικών) που μπορεί να επικαλεστεί για συμβόλαια με το Υπουργείο Πολέμου, τα οποία έχουμε καλύψει πρόσφατα. Σε αυτά συμπεριλαμβάνεται η υποδομή του συστήματος Maven SS το οποίο εμπλέκεται στον αποτρόπαιο βομβαρδισμό ενός ιρανικού σχολείου στην αρχή του πολέμου, με τα συμβόλαια του Υπουργείου Πολέμου να κινούνται στα επίπεδα εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων.
Ανατομία 22 τομών
Η ανάρτηση 22 σημείων μπορεί να διαβαστεί ως δήλωση απόψεων για το ρόλο της Silicon Valley ή ως προσπάθεια διαφήμισης του περσινού βιβλίου του Άλεξ Καρπ, συνιδρυτή της Palantir και του Νίκολας Ζαμίσκα, διευθυντή και νομικού συμβούλου της εταιρείας. Κυρίως είναι δήλωση προθέσεων για το παρόν και το άμεσο μέλλον της Palantir. Ίσως κατ’ επέκταση, για το παρόν και άμεσο μέλλον του κλάδου των εταιρειών στο χώρο των μοντέλων μηχανικής μάθησης.
Η θέσεις #1 και #12 αφορούν την άμεση ιδιωτικοποίηση μέρους της πολεμικής κρατικής μηχανής, πράγμα που σαν τον Ιανό έχει δύο όψεις σε ένα πρόσωπο. Η μία όψη είναι η εξάρτηση του κρατικού μηχανισμού από την ιδιωτική πρωτοβουλία, η οποία κατά τον Τιελ πρέπει να βρίσκεται στην αιχμή της τεχνολογίας. Η δεύτερη όψη είναι η ζεστή αγκαλιά των κρατικών συμβολαίων με απ’ ευθείας ανάθεση, μακριά από τον κρύο και απειλητικό κόσμο του ελεύθερου ανταγωνισμού. Αυτά τα εγγυημένα κέρδη βρίσκονται στον πυρήνα της στροφής πολλών ιδιωτικών εταιρειών προς τις πολεμικές εφαρμογές, οπότε και είναι κοινό αίτημά τους η κοινωνική συναίνεση προς τη στρατιωτικοποίηση της κοινωνίας και τον πόλεμο. Η θέση #11 έχει μια πολύ ιδιαίτερη φόρτιση σε αυτό το πλαίσιο: η «γιορτή» βγάζει τον πληθυσμό από το πολεμοχαρές κλίμα, ενώ η αντίδραση «παίρνουμε μια ανάσα» υπονοεί το ότι μένουμε στην ίδια ψυχολογία για τον επόμενο γύρο».
Because we get asked a lot.
The Technological Republic, in brief.
1. Silicon Valley owes a moral debt to the country that made its rise possible. The engineering elite of Silicon Valley has an affirmative obligation to participate in the defense of the nation.
2. We must rebel…
— Palantir (@PalantirTech) April 18, 2026
Οι θέσεις #2 και #3 αφορούν ακριβώς αυτήν την κοινωνική συναίνεση, η οποία κατά την Palantir καλλιεργείται μέσω της προσφοράς στο κοινό «ανέσεων» και τεχνολογικής φύσης παροχών, μαζί με οικονομική ανάπτυξη. Για την οποία ανάπτυξη, εννοείται πως η εταιρεία αντιλαμβάνεται τον εαυτό της και τις παρόμοιες με αυτήν ως το μόνο ουσιαστικό «κέρας της Αμάλθειας». Το πιο σημαντικό σημείο στη σημειολογία αυτών των παραγράφων ίσως είναι η χρήση του όρου «decadence» για τον «πολιτισμό μας». Η λέξη αυτή αναφέρεται διττά στην «πολυτέλεια» και την «κατάπτωση», αλλά σε αυτό το πλαίσιο η χρήση της αποτελεί μια πολύ γνωστή λεξιλογική αναφορά νεοφασιστικών αναλύσεων, που συγκρίνουν τη σημερινή κατάσταση με ένα εξιδανικευμένο «ένδοξο παρελθόν».
Η θέση #4 κηρύττει το τέλος της διπλωματίας ως μέσου διαχείρισης των διακρατικών διαφορών. Η Palantir οραματίζεται έναν κόσμο πολεμικών συγκρούσεων με μέρος της πολεμικής ισχύος να βασίζεται στο λογισμικό (της). Εξετάζοντας τον αρνητικό χώρο αυτής της θέσης, βλέπουμε πως εκτιμά πως δεν υπάρχει «αγορά» για τα προϊόντα της στο χώρο της διπλωματίας, οπότε και ως ένα κεφάλαιο που σέβεται τον εαυτό του αναδεικνύει ως πρόβλημα… την ίδια τη διπλωματία. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η θέση #7, η οποία ουσιαστικά αφορά τη μετακίνηση τεράστιων κεφαλαίων στην πολεμική έρευνα και ανάπτυξη. Η θέση #15 αποτελεί πρόταση για τις χώρες που θα κληθούν να παίξουν το ρόλο των «πολεμικών υπεργολάβων» σε πολέμους δι αντιπροσώπων (Γερμανία εναντίον Ρωσίας, Ιαπωνία εναντίον Κίνας), αποσταθεροποιώντας Ευρώπη και Ασία προς όφελος των πολεμικών εξοπλισμών.
Η θέση #5 είναι το πρώτο σημείο στο οποίο η Palantir φλερτάρει ευθέως με τη νεοφασιστική σημειολογία, με τον τρόπο που την περιγράφει ο Ουμπέρτο Έκο στο κείμενό του «Ur-fascism». Οι αντίπαλοι (που δεν κατονομάζονται), περιγράφονται ως ταυτόχρονα αρκετά αδύναμοι ώστε να μπορούν οι ΗΠΑ να τους διαχειριστούν αν κατασκευάσουν AI όπλα, αλλά ταυτόχρονα αρκετά δυνατοί ώστε να τα κατασκευάσουν πρώτοι (εάν δε δοθούν αρκετές απ’ ευθείας αναθέσεις στην Palantir). Οι θέσεις #11 και #13 κινούνται σε ανάλογο πλαίσιο, περιγράφοντας τις ΗΠΑ (και τους στενούς συμμάχους τους) ως τις μόνες δυνάμεις που είναι ικανές για ηθικούς προβληματισμούς και συμπόνοια. Ο αρνητικός χώρος των θέσεων αυτών είναι πως όταν κάποιος χαρακτηρίζεται ως αντίπαλος των ΗΠΑ, αποτελεί από θέση αρχής ένα κτήνος ανίκανο για ηθική.
Η θέση #7 παρουσιάζει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ειδικά για το ελληνικό κοινό. Στις ΗΠΑ, η στράτευση δεν είναι απλά εθελοντική. Η υποχρεωτική επιστράτευση ήταν μία βρετανική πρακτική που μισούσε τόσο πολύ ο πληθυσμός των αποικιών, που ακόμα και κατά τη διάρκεια της επανάστασης εναντίον του Στέμματος δεν υπήρξε συναίνεση για κάποιου τύπου υποχρεωτική θητεία για τον πληθυσμό. Η θέση αυτή ισοδυναμεί με πλήρη αλλαγή της σχέσης των πολιτών με το ομοσπονδιακό κράτος, μετατρέποντας τις ΗΠΑ σε χώρα εν συνεχή αναμονή πολέμου, όπως είναι χώρες σαν την Κορέα, την Ελλάδα και το Ισραήλ, οι οποίες αποτελούν εξαιρέσεις του κανόνα. Σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να διαβαστεί και η θέση #14, η οποία αποτελεί άμεση απειλή προς τον αμερικανικό πληθυσμό που θα κληθεί να θυσιαστεί σε θεωρητικά πεδία μαχών.
Η θέσεις #8, #18 και #19 αποτελούν επιφανειακώς την αρχή μιας θεματικής επί της ουσίας… γλειψίματος στα κρατικά στελέχη που θα υπογράφουν τις συμβάσεις της Palantir, ξεκινώντας από τα οικονομικά τους. Για να είμαστε ειλικρινείς, μοιάζουν σαν φωτογραφική περιγραφή της παρουσίας του Τραμπ στη λίστα Έπστιν. Η θεματική αυτή επεκτείνεται από τις θέσεις #9 και #10, οι οποίες αποτελούν έμμεση απαίτηση για αποδοχή κάθε ανεκδιήγητου πολιτικού κλόουν ευθυγραμμίζεται με το υπόλοιπο όραμα της Palantir. Μια βαθύτερη ανάγνωση όμως, δείχνει πως περιγράφουν τα χαρακτηριστικά του πολιτικού προσώπου της νέας εποχής: καμία απολύτως δέσμευση προς οποιοδήποτε σύστημα συλλογικής ηθικής και κυρίως καμία δέσμευση από τις επιθυμίες και τις απόψεις του εκλογικού σώματος. Οι εταιρείες έχουν πράγματα να περιμένουν από τα πολιτικά πρόσωπα, αλλά αν οι πολίτες περιμένουν πράγματα… απλά θα απογοητευθούν.
Η θέση #16, παρά την επιφανειακή γελοιότητά της, αποκτά άλλη ουσία όταν σκεφτούμε τη μερική ιδιωτικοποίηση του κρατικού μηχανισμού, που έλαβε χώρα μέσω του υπερυπουργείου DOGE του Ίλον Μασκ. Μέσω του «ρεσάλτο» που έκανε η ομάδα του στις κρατικές υπηρεσίες, υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις πως υπήρξε υποκλοπή προσωπικών δεδομένων πολιτών. Το γεγονός ότι η Palantir μπορεί να έχει πρόσβαση σε ανάλογα δεδομένα με νόμιμο τρόπο, δεν αλλάζει το γεγονός ότι θα ήθελε ανάλογα επίπεδα επιχειρηματικής αυθαιρεσίας.
Η θέση #17 ανοίγει το δημόσιο διάλογο για το δεύτερο πεδίο κερδοφορίας της Palantir: τον «εχθρό λαό». Με αυτό αναφερόμαστε σε συστήματα αυτοματοποιημένης αστυνόμευσης των πολιτών, στη χώρα που ήδη έχει το μεγαλύτερο και πιο ρατσιστικά επιλεγμένο πληθυσμό φυλακισμένων στον πλανήτη. Ο ρατσισμός στις ΗΠΑ είναι βαθιά ταξικός, και σε ένα μέλλον σαν αυτό που η Palantir περιγράφει, ο πληθυσμός αυτός πρέπει να επιτηρείται για να προλαμβάνονται οι αντιδράσεις του. Ο ρατσιστικός χαρακτήρας της ταξικής σύγκρουσης σημαίνει πως στις ΗΠΑ υπάρχει μια ιδιαίτερη σύγχυση, με τα μεσαία στρώματα να εκπαιδεύονται να βλέπουν τους απόκληρους με παρόμοιο τρόπο με τον οποίο βλέπουν τον εξωτερικό εχθρό. Δεν είναι τυχαίο πως η Νέα Ορλεάνη μετά τον τυφώνα Κατρίνα περιγραφόταν συχνά ως «Baghdad on the bayou» (θα μπορούσε να αποδωθεί ως «Έλος της Βαγδάτης).
Πολύ σωστά κατά τη γνώμη μας, η ανάρτηση κλείνει με τις θέσεις #20, #21 και #22, οι οποίες αποτελούν την ιδεολογική σφραγίδα της σύγχρονης νεοφασιστικής θεωρίας: ο Δυτικός Πολιτισμός είναι ο καλύτερος δυνατός και πρέπει να έχει θρησκευτικό χαρακτήρα στη δημόσια διοίκηση. Ο αρνητικός χώρος αυτής της τριπλέτας θέσεων είναι η πλήρης υιοθέτηση της πολιτικής της Νέας Τάξης Πραγμάτων του Προέδρου Μπους. Η προπαγανδιστική πλευρά της βασιζόταν στη σταδιακή καλλιέργεια (1) σύγκρουσης πολιτισμών μεταξύ «Δύσης» και «Ανατολής», (2) στο θρησκευτικό προτεσταντικό φανατισμό ως συγκολλητικό υλικό μεταξύ φτωχών και πλουσίων, δεδομένου του ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν εθνική ταυτότητα και (3) στη θέση πως η συνύπαρξη διαφορετικών πολιτισμών χωρίς υποδούλωση είναι αδύνατη από θέση αρχής.
Κατακλείδα
Κάθε μία από τις παραπάνω παραγράφους θα μπορούσε να αποτελεί το θέμα ενός ξεχωριστού άρθρου. Αυτό ακριβώς έχει συμβεί με τις περισσότερες αναλύσεις που έχουν κυκλοφορήσει σε αγγλόφωνα ΜΜΕ, τα οποία περιορίζονται μόνο στα τελευταία τρία σημεία, μιλώντας για τεχνοφασισμό λόγω των θέσεων για τη σύγκρουση πολιτισμών και του τέλους της ανεκτικότητας. Η θέση μας είναι πως αυτά τα στοιχεία είναι σημαντικά, αλλά αποτελούν το κερασάκι στην τούρτα.
Το σώμα της τούρτας είναι οι ουσιαστικές απαιτήσεις της εταιρείας από το αμερικανικό (και όχι μόνο) κράτος. Εάν προσπαθήσουμε να τις συμπυκνώσουμε ακόμα μια φορά, έχουμε:
- Αίτημα για αδιαμεσολάβητη διακυβέρνηση βάσει των επιχειρηματικών συμφερόντων. Η εσωτερική και η εξωτερική πολιτική να γράφονται γύρω από τον προϋπολογισμό και τις ανάγκες των μεγάλων εταιρειών, με το κράτος να αναλαμβάνει διαχειριστικό ρόλο σε αυτό το πλαίσιο.
- Αίτημα για μια εποχή στρατιωτικής αστάθειας, άμεσα συνδεδεμένης με εξοπλιστικά συμβόλαια με απ’ ευθείας ανάθεση προς τον ιδιωτικό τομέα. Ο εχθρός θα είναι τόσο εξωτερικός όσο και εσωτερικός.
- Αίτημα για πολιτικές ηγεσίες, οι οποίες να μη νιώθουν καμία δέσμευση προς τον πληθυσμό της χώρας και να είναι έτοιμες να πάρουν οποιαδήποτε απόφαση, ανεξαρτήτως πολιτικού κόστους. Η δε σχέση τους με τις επιχειρήσεις περιγράφεται ως διαμεσολαβούμενη από «δέσμευση» και «κοινό συμφέρον».
- Όλα τα παραπάνω, σε ένα περιτύλιγμα νεο-σταυροφορικής ευφορίας, στην οποία ο πληθυσμός κρατείται σε μια συνεχή ετοιμοπόλεμη ψυχολογία, βασισμένη στο θεώρημα ότι υπάρχουν αντιπαραθετικοί πολιτισμοί που πρέπει να εξαφανιστούν ως βλαπτικοί.
Η γλώσσα του νεοφασισμού έρχεται για να «ντύσει» τα παραπάνω τρία σημεία με τα καινούρια ρούχα του αυτοκράτορα. Το ζήτημα είναι αν αναλύοντας και προσπαθώντας να καταλάβουμε την τρέχουσα εποχή, θα μείνουμε σαν τους αυλικούς να σχολιάζουμε μόνο τα καινούρια ρούχα του αυτοκράτορα, ή αν θα είμαστε το παιδάκι που φώναξε πως «ο Βασιλιάς είναι γυμνός».

