Συνέντευξη στον Νίκο Δαμιανάκη
Μετά την συνέντευξη με τον Βασίλη Ασημακόπουλο, το Kommon συνεχίζει τον διάλογο για την Αριστερά. Η κρίση πολιτικής εκπροσώπησης, η αποδυνάμωση των παραδοσιακών κοινωνικών και κομματικών δεσμών, αλλά και οι μετασχηματισμοί του σύγχρονου καπιταλισμού επαναφέρουν στο προσκήνιο το ζήτημα της ανασυγκρότησης του προοδευτικού χώρου. Πέρα από τις τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις, το διακύβευμα αφορά τη δυνατότητα συγκρότησης νέων κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών που θα μπορούσαν να δώσουν περιεχόμενο σε ένα σύγχρονο σχέδιο δημοκρατικού μετασχηματισμού. Με αφετηρία αυτά τα ερωτήματα, συζητούμε με τον Χρύσανθο Τάσση για τις προκλήσεις και τις προοπτικές της κεντροαριστεράς και της αριστεράς στην Ελλάδα και την Ευρώπη.
Ο Χρύσανθος Τάσσης ερμηνεύει την πορεία του ΠΑΣΟΚ και της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας ως μέρος μιας μακράς ιστορικής διαδικασίας μετασχηματισμού, κατά την οποία τα κόμματα που συγκροτήθηκαν ως φορείς κοινωνικής εκπροσώπησης των λαϊκών τάξεων μετατράπηκαν σταδιακά σε μηχανισμούς θεσμικής και κυβερνητικής διαχείρισης. Η κρίση της Κεντροαριστεράς, κατά την ανάλυσή του, δεν αφορά πρωτίστως πρόσωπα ή οργανωτικές επιλογές, αλλά την αποδυνάμωση των κοινωνικών και πολιτικών δεσμών που συνέδεαν ιστορικά τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα με τον κόσμο της εργασίας.
Παράλληλα, υποστηρίζει ότι οι εξελίξεις αυτές συνδέονται με βαθύτερους μετασχηματισμούς του σύγχρονου καπιταλισμού, τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, την αποδιάρθρωση των συλλογικών μορφών οργάνωσης και την επικράτηση μιας λογικής πολιτικής διαχείρισης εις βάρος της κοινωνικής εκπροσώπησης. Ωστόσο, θεωρεί ότι η σημερινή συγκυρία εξακολουθεί να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο συγκρότησης νέων κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών, υπό την προϋπόθεση ότι θα αναδυθούν νέα συλλογικά υποκείμενα και νέες μορφές πολιτικής δράσης ικανές να αμφισβητήσουν τη σημερινή νεοφιλελεύθερη ηγεμονία.
Η συνέντευξη ξεχωρίζει επειδή μετατοπίζει τη συζήτηση από το επίπεδο της πολιτικής επικαιρότητας στο επίπεδο των ιστορικών και κοινωνικών διεργασιών που διαμορφώνουν το σύγχρονο κομματικό φαινόμενο. Αντί να ερμηνεύει την κρίση της Κεντροαριστεράς ως αποτέλεσμα συγκυριακών επιλογών ή ηγετικών προσώπων, την εντάσσει σε μια ευρύτερη διαδικασία μετασχηματισμού των σχέσεων κράτους, κομμάτων και κοινωνικών τάξεων. Με τον τρόπο αυτό προσφέρει ένα συνεκτικό θεωρητικό πλαίσιο για την κατανόηση όχι μόνο της ελληνικής αλλά και της ευρωπαϊκής πολιτικής πραγματικότητας.
Ο Χρύσανθος Δ. Τάσσης είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας και Ελληνικού Πολιτικού Συστήματος στο Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης (ΔΠΘ) Έχει συμβάλει στη μελέτη των πολιτικών κομμάτων, της σοσιαλδημοκρατίας, της Αριστεράς και των μορφών πολιτικής εκπροσώπησης στη σύγχρονη Ευρώπη. Το έργο του διακρίνεται για τη σύνδεση της πολιτικής θεωρίας με την ιστορική και κοινωνιολογική ανάλυση, καθώς και για την έμφαση που δίνει στις σχέσεις ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, τα κομματικά συστήματα και το κράτος. Οι παρεμβάσεις του αποτελούν χρήσιμο σημείο αναφοράς για όσους επιδιώκουν να κατανοήσουν τις δομικές μεταβολές που επηρεάζουν σήμερα τη δημοκρατία, τα πολιτικά κόμματα και τις προοδευτικές δυνάμεις.
Η περίπτωση του ΠΑΣΟΚ (μέσα και πέρα από τη σύγκρουση γύρω με τον Χάρη Καστανίδη) μπορεί να ερμηνευθεί ως ελληνική ιδιαιτερότητα ή αποτελεί μέρος της συνολικότερης ιστορικής μετάλλαξης της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας από δύναμη κοινωνικής αναδιανομής και λαϊκής εκπροσώπησης σε σχηματισμό θεσμικής και τεχνοκρατικής διαχείρισης;
Η περίπτωση του ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί και δεν είναι σωστό να ερμηνευθεί πρωτίστως ως ελληνική ιδιαιτερότητα. Αντίθετα, αποτελεί ειδική εκδήλωση μιας ευρύτερης ιστορικής πορείας που αφορά το σύνολο σχεδόν της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας ειδικότερα από τη δεκαετία του 1990 και μετά. Στο πλαίσιο αυτό η κρίση που αναδεικνύεται από τη σύγκρουση γύρω από τον Χάρη Καστανίδη δεν αφορά απλώς πρόσωπα, οργανωτικές ισορροπίες ή ζητήματα εσωκομματικής δημοκρατίας. Αποτυπώνει μια βαθύτερη αντίθεση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές ιστορικές αντιλήψεις για το τι είναι και τι οφείλει να είναι ένα σοσιαλιστικό/σοσιαλδημοκρατικό/εργατικό κόμμα. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η παράδοση του κόμματος μαζών, το οποίο συγκροτείται γύρω από κοινωνικές συμμαχίες (στην περίπτωση του ΠΑΣΟΚ το κοινωνικό μπλοκ των μη προνομιούχων στη 2η Σύνοδο της ΚΕ τον Φλεβάρη του 1978), συλλογικές ταυτότητες και προγράμματα αναδιανομής. Από την άλλη, αναπτύσσεται το μοντέλο του «κυβερνητικού / κρατικού κόμματος», όπου η πολιτική νομιμοποίηση αντλείται περισσότερο από την αποτελεσματική διαχείριση των θεσμών, την τεχνοκρατική επάρκεια, την προσαρμογή στις δεσμεύσεις της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και την παραγωγή του πολιτικού προσωπικού κυρίως από τα ιδιωτικά ΜΜΕ, παρά από την οργανική σχέση του κόμματος με τους μη προνομιούχους στην περίπτωση της Ελλάδας και στην βιομηχανική εργατική τάξη στην περίπτωση της Ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Σε αυτό το πλαίσιο, το ΠΑΣΟΚ ακολούθησε μια διαδρομή ανάλογη με εκείνη των ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων σε διαφορετική χρονική περίοδο. Η μετάβαση από το ριζοσπαστικό κοινωνικό μπλοκ της δεκαετίας του 1970 για τον σοσιαλισμό και την αλλαγή τη δεκαετία του 1980, προς μια λογική «εκσυγχρονισμού» και αργότερα μνημονιακής διαχείρισης δεν συνιστά παρέκκλιση αλλά ενσωμάτωση σε έναν ευρύτερο μετασχηματισμό της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας: Από τον ριζοσπαστισμό και τον σοσιαλισμό, στις πολιτικές του κοινωνικού κράτους και την ενσωμάτωση στον καπιταλισμό, και τελικά στη διαχειριστική λογική του εκσυγχρονιστικού Τρίτου Δρόμου και στην υιοθέτηση και προαγωγή πολιτικών λιτότητας. Το αποτέλεσμα ήταν η σταδιακή αποδυνάμωση των δεσμών των σοσιαλιστικών κομμάτων με τα κοινωνικά στρώματα που ιστορικά τα συγκροτούσαν και η ενίσχυση της εξάρτησης από κρατικούς, θεσμικούς, και επιχειρηματικούς μηχανισμούς, μια πορεία πολιτικής καρτελοποίησης / κρατικοποίησης όπως έχει αποδοθεί από τον Μιχάλη Σπουρδαλάκη στην ελληνική περίπτωση, και μετά-δημοκρατίας σύμφωνα με την ανάλυση του Colin Crouch. Υπό αυτή την οπτική, οι παρεμβάσεις του Χ. Καστανίδη αποκτούν ενδιαφέρον όχι επειδή εκφράζουν απλώς μια εσωκομματική τάση, αλλά επειδή επαναφέρουν ερωτήματα για τη φυσιογνωμία του κόμματος: μπορεί η σοσιαλδημοκρατία να ανασυγκροτηθεί ως δύναμη κοινωνικής εκπροσώπησης ή έχει μετατραπεί οριστικά σε φορέα θεσμικής διαχείρισης, στο νεοφιλελεύθερο ή μάλλον σοσιαλφιλελεύθερο Κέντρο του κομματικού ανταγωνισμού; Η περίπτωση του Χ. Καστανίδη είναι ενδεικτική της πορείας του κόμματος. Βουλευτής από το 1981 όταν επιχειρήθηκε μια πολιτική ανανέωση λόγω της μαζικής πολιτικής του ΠΑΣΟΚ, θερμός υποστηρικτής της εκσυγχρονιστικής τάσης, διαγράφηκε από τον Α. Παπανδρέου για Κεντροδεξιά σενάρια το 1992, υποστήριξε την εκλογή του Κ. Σημίτη και για πρωθυπουργός από την Κοινοβουλευτική Ομάδα και για Πρόεδρος στο ιδιαίτερα φορτισμένο και πολωμένο Δ΄ Συνέδριο το 1996 και έγινε Υπουργός Μεταφορών όπου παραιτήθηκε τον Αύγουστο του 1997 λόγω της Siemens και της απροθυμίας του τότε πρωθυπουργού να συστήσει Ανεξάρτητη Αρχή για έλεγχο των προμηθειών και αντικαθίσταται από τον Τάσο Μαντέλη και διαγράφεται ξανά το 2012 από τον Γ. Παπανδρέου γιατί δεν ψήφισε το Δεύτερο Μνημόνιο. Η συγκεκριμένη επιλογή για την τύχη του Χ. Καστανίδη από τον Ν. Ανδρουλάκη σηματοδοτεί την «επιμονή» του ΠΑΣΟΚ στην «εκσυγχρονιστική» πορεία και στη «δικαίωση των Μνημονίων». Η εσωκομματική σύγκρουση γύρω από τις δύο διαφορετικές τάσεις της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας (μαζική εκπροσώπηση vs νεοφιλελεύθερη ενσωμάτωση) και οι συνεχείς εσωκομματικές ήττες της πιο παραδοσιακής τάσης της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας (Λαφοντέν, Κόρμπιν) σηματοδοτεί πως τα σοσιαλιστικά / σοσιαλδημοκρατικά και εργατικά κόμματα δεν θέλουν να αναστρέψουν την πορεία νεοφιλελεύθερης καρτελοποίησης / κρατικοποίησης. Το ΠΑΣΟΚ, επομένως, δεν αποτελεί εξαίρεση του ευρωπαϊκού κανόνα αλλά χαρακτηριστικό παράδειγμα της ιστορικής μετάλλαξης που γνώρισαν τα κόμματα της σοσιαλιστικής οικογένειας ήδη από τη δεκαετία του 1980 με της υποχώρηση των αναφορών στα κοινωνικά συλλογικά υποκείμενα των ανθρώπων της εργασίας. Από αυτή τη σκοπιά, η αντιπαράθεση γύρω από τον Χ. Καστανίδη έχει σημασία όχι τόσο για το πρόσωπό του όσο για ένα γενικότερο ανοικτό(;) ιστορικό ερώτημα: αν η σοσιαλδημοκρατία μπορεί ακόμη να λειτουργήσει ως πολιτική έκφραση κοινωνικών συμφερόντων της νέας εργατικής τάξης ή αν έχει πλέον οριστικά μετασχηματιστεί σε έναν απλό μηχανισμό διαχείρισης του υπάρχοντος συσχετισμού δυνάμεων με βάση τη νεοφιλελεύθερη ηγεμονία, που είναι και το πιο λογικό να υποθέσει κανείς.
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σε μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής Κεντροαριστεράς μια μετατόπιση από τα συλλογικά και ιδεολογικά οργανωμένα κόμματα προς περισσότερο αρχηγικά, επικοινωνιακά και εκλογικά προσαρμοστικά πολιτικά σχήματα. Πρόκειται για αναγκαία προσαρμογή στις νέες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες ή για εξέλιξη που εντείνει την αποπολιτικοποίηση, αποδυναμώνει τη δημοκρατική συμμετοχή και τελικά ενισχύει τη μακροπρόθεσμη ιδεολογική κυριαρχία της Δεξιάς;
Το ερώτημα τίθεται συχνά ως δίλημμα ανάμεσα στην «αναγκαία προσαρμογή» και στην «ιδεολογική καθαρότητα». Στην πραγματικότητα, όμως, η μετατόπιση της ευρωπαϊκής Κεντροαριστεράς και πιο συγκεκριμένα των σοσιαλιστικών / σοσιαλδημοκρατικών και εργατικών κομμάτων προς αρχηγικά, επικοινωνιακά και εκλογικά ευέλικτα σχήματα δεν είναι απλώς οργανωτική επιλογή. Η τάση προς την «προεδροποίηση» και στο «ανοιχτό κόμμα» αποτελούν την οργανωτική έκφραση βαθύτερων πολιτικών και ιδεολογικών μετασχηματισμών στην ιστορική τους διάσταση. Πιο συγκεκριμένα, μετά τα μέσα του 19ου αιώνα, τα εργατικά σοσιαλιστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στηρίζονταν σε τρεις πυλώνες: Στην πολιτική έκφραση της εργατικής τάξης ως τάξη με ενιαία συνοχή (το εργατικό κόμμα Labour Party αποτελούσε και την οργανωτική έκφραση των συνδικάτων), συλλογικές μορφές οργάνωσης (οργάνωση μέσω κυρίως Τοπικών Οργανώσεων, Εργατικά Συνδικάτα, Νεολαίες) και ένα σαφές ιδεολογικό στίγμα κοινωνικού μετασχηματισμού με έμφαση τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Η επιλογή στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο να στηρίξουν τις εθνικές κυβερνήσεις και τις εθνικές αστικές τάξεις σηματοδοτεί τη μετατροπή της σε εθνική / κρατική δύναμη. Η μεταπολεμική έμφαση στις πολιτικές του Κοινωνικού Κράτους και στη πολυσυλλεκτική στρατηγική συναίνεσης, οδήγησε στην ουσιαστική νομιμοποίηση (του καπιταλισμού), την ενσωμάτωση της εργατικής τάξης στον καπιταλισμό και τελικά την εγκατάλειψη του Μαρξισμού. Παράλληλα η μετά τη δεκαετία του 1960 σταδιακή αποδιάρθρωση της παραγωγής μέσω του μονοπωλιακού κεφαλαίου και των πολυεθνικών επιχειρήσεων οδήγησε στη μείωση της βιομηχανικής εργατικής τάξης, στην αποδυνάμωση των συνδικάτων και στην συνολική επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού ιδίως μετά τις οικονομικές κρίσεις της δεκαετίας του 1970 μια εξέλιξη που εντάθηκε από την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων το 1989, υπονόμευσαν και τους τρείς πυλώνες της σοσιαλδημοκρατίας.
Υπό αυτή την έννοια, η προσαρμογή της σοσιαλδημοκρατίας αποτελεί μια συνεχής διαδικασία λόγω και των δομικών πιέσεων του καπιταλισμού όσο και από την επιλογή των πολιτικών τους ελίτ. Ωστόσο στη συγκυρία, η σοσιαλδημοκρατία δεν είναι δυνατόν να λειτουργεί με τους όρους της δεκαετίας του 1970 σε μια κατακερματισμένη κοινωνία, της ψηφιακής επικοινωνίας και της εξατομίκευσης. Το πρόβλημα ωστόσο αρχίζει όταν η προσαρμογή της σοσιαλδημοκρατίας μετατρέπεται σε στρατηγική εγκατάλειψη της αυτονομίας της πολιτικής σε σχέση με την οικονομία, αλλά και εγκατάλειψης των νέων εργατικών στρωμάτων που προκύπτουν από τον νέο καπιταλιστικό καταμερισμό της εργασίας, και την έμφαση στην εξατομίκευση, δηλαδή την απουσία πολιτικοποίησης και ένταξης των νέων κοινωνικών υποκειμένων σε συλλογικές διαδικασίες.
Οργανωτικά, η τάση για προεδροποίηση και πολιτική καρτελοποίηση συμβαδίζει με την υποκατάσταση της πολιτικής και κοινωνικής εκπροσώπησης με την επικοινωνία, της ιδεολογίας με την τεχνοκρατία, και της συλλογικής δράσης με την εξατομίκευση. Ωστόσο η πολιτική δεν εξαφανίζεται. Απλώς μετατοπίζεται. Όταν η Κεντροαριστερά εγκαταλείπει τη σύγκρουση γύρω από την αναδιανομή του πλούτου, την εργασία ή το κοινωνικό κράτος, δεν δημιουργεί έναν ουδέτερο χώρο. Αφήνει το πεδίο ελεύθερο στις κυρίαρχες νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις να εμφανίζονται ως «κοινή λογική». Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο σημείο. Η Δεξιά δεν κυριαρχεί μόνο επειδή κερδίζει εκλογικά. Κυριαρχεί επειδή οι βασικές της παραδοχές γίνονται αποδεκτές ακόμη και από τους πολιτικούς της αντιπάλους. Όταν η Κεντροαριστερά μετατρέπεται σε απλό εκλογικό μηχανισμό χωρίς ισχυρή κοινωνική γείωση και με νεοφιλελεύθερη ιδεολογία, δυσκολεύεται να παράγει εναλλακτική πολιτική, αλλά και να πείσει τα κοινωνικά στρώματα ότι υπάρχει. Ενώ έχει τη δυνατότητα να έχει συγκυριακά εκλογικές νίκες (βλ. την περίπτωση του εκσυγχρονιστικού Τρίτου Δρόμου στα μέσα της δεκαετίας του 1990), καθώς αδυνατεί να μεταβάλει τους όρους του πολιτικού παιχνιδιού, βαθαίνει ουσιαστικά την κρίση εκπροσώπησης με αποτέλεσμα μεγαλύτερη πολιτική και εκλογική κρίση. Παράλληλα, η αποδυνάμωση των συλλογικών διαδικασιών έχει δημοκρατικό κόστος. Τα μέλη μετατρέπονται σε θεατές / πελάτες, οι οργανώσεις σε εκλογικά δίκτυα και η πολιτική συμμετοχή περιορίζεται στην επικύρωση αποφάσεων που έχουν ήδη ληφθεί από έναν στενό ηγετικό πυρήνα. Αυτό ενισχύει τελικά την κρίση εκπροσώπησης. Επομένως, το ζήτημα δεν είναι αν η Κεντροαριστερά πρέπει να εκσυγχρονιστεί. Το ερώτημα είναι αν ο εκσυγχρονισμός θα συνδυαστεί με νέες μορφές συλλογικής οργάνωσης και πολιτικής συμμετοχής ή αν θα περιοριστεί σε μια λογική πολιτικού μάρκετινγκ. Στη δεύτερη περίπτωση, η βραχυπρόθεσμη εκλογική ευελιξία μπορεί να οδηγήσει σε μακροπρόθεσμη ιδεολογική αδυναμία. Και τότε η Δεξιά δεν θα κερδίζει επειδή είναι πλειοψηφική, αλλά επειδή θα έχει καταστεί το μοναδικό ηγεμονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διεξάγεται η πολιτική αντιπαράθεση.
Σε μια εποχή κατά την οποία η νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση, η αποδυνάμωση της εργασίας, η επισφάλεια και ο κοινωνικός κατακερματισμός έχουν διαρρήξει τις παραδοσιακές κοινωνικές συμμαχίες της μεταπολεμικής σοσιαλδημοκρατίας, μπορεί η ελληνική και ευρωπαϊκή Κεντροαριστερά (ή Αριστερά) να συγκροτήσει εκ νέου ένα συνεκτικό κοινωνικό και πολιτικό μπλοκ με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης, δημοκρατικής συμμετοχής και αναδιανομής ή η σημερινή συντηρητική ηγεμονία αντανακλά βαθύτερους δομικούς μετασχηματισμούς του σύγχρονου καπιταλισμού;
Η κρίση της Κεντροαριστεράς, της σοσιαλιστικής / σοσιαλδημοκρατικής και εργατικής οικογένειας, αλλά και της Ριζοσπαστικής Αριστεράς δεν είναι απλώς εκλογική ούτε επικοινωνιακή. Αποτελεί έκφραση ενός βαθύτερου μετασχηματισμού των κοινωνικών σχέσεων που συντελέστηκε τις τελευταίες δεκαετίες. Το μεταπολεμικό σοσιαλδημοκρατικό συμβόλαιο στηρίχθηκε στην ύπαρξη ισχυρών συλλογικών ταυτοτήτων, μαζικών εργατικών οργανώσεων, συνδικάτων, σταθερής μισθωτής εργασίας και ενός εθνικού κράτους που μπορούσε να ασκεί αναδιανεμητικές πολιτικές. Σήμερα, μεγάλο μέρος αυτών των προϋποθέσεων έχει αποδυναμωθεί. Ήδη από τη δεκαετία του 1960 με το μονοπωλιακό κεφάλαιο, τις πολυεθνικές επιχειρήσεις και την αλλαγή της φυσιογνωμίας της διοίκησης / διεύθυνσης των επιχειρήσεων με το establishment, προσπαθεί να αλλάξει όχι μόνο την παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία, αλλά και τις κοινωνίες και να τις προσαρμόσει στο μοντέλο της επιχείρησης. Έτσι, η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση δεν επέφερε μόνο οικονομικές αλλαγές. Παρήγαγε νέες κοινωνικές διαιρέσεις, κατακερμάτισε τις εργασιακές σχέσεις, εξατομίκευσε τους κοινωνικούς κινδύνους και υπονόμευσε τους παραδοσιακούς μηχανισμούς πολιτικής εκπροσώπησης. Η επισφάλεια και η ατομικότητα, συνήθως παράγουν ανασφάλεια, αποπολιτικοποίηση ή ακόμη και συντηρητικές αναδιπλώσεις.
Υπό αυτή την έννοια, η σημερινή ηγεμονία των νεοφιλελεύθερων ιδεών και πολιτικών δεν αποτελεί απλώς το αποτέλεσμα καλύτερης στρατηγικής της Δεξιάς. Αντανακλά πραγματικούς δομικούς μετασχηματισμούς του σύγχρονου καπιταλισμού. Η Αριστερά δεν μπορεί να ανασυστήσει μηχανικά το κοινωνικό μπλοκ του 20ού αιώνα, διότι το κοινωνικό υποκείμενο πάνω στο οποίο στηρίχθηκε εκείνο το μπλοκ έχει αλλάξει. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι η συντηρητική ηγεμονία είναι αδιαμφισβήτητη ή ιστορικά μόνιμη. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν μπορεί να συγκροτηθεί μια νέα κοινωνική και πολιτική συμμαχία που να συνδέει τους μισθωτούς του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, τους επισφαλώς εργαζόμενους, τους νέους επιστήμονες, τους μετανάστες, τμήματα των μικρομεσαίων στρωμάτων που πιέζονται από τη χρηματοπιστωτική και ψηφιακή συγκέντρωση κεφαλαίου, καθώς και τα κοινωνικά κινήματα που αναδεικνύουν ζητήματα φύλου, περιβάλλοντος και δικαιωμάτων.
Η πρόκληση είναι διπλή. Από τη μία πλευρά απαιτείται ένα νέο πολιτικό πρόγραμμα μετασχηματισμού με έμφαση στην αναδιανομή, στην ενίσχυση της εργασίας, στη φορολογική δικαιοσύνη και στην ανασυγκρότηση του κοινωνικού κράτους. Από την άλλη πλευρά απαιτείται η ανασύνθεση των μορφών συλλογικότητας και συμμετοχής σε κοινωνίες που χαρακτηρίζονται από εξατομίκευση και δυσπιστία προς τους θεσμούς.
Για την ελληνική περίπτωση, το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο λόγω της μακράς περιόδου της οικονομικής κρίσης και των μνημονιακών πολιτικών και μελλοντικών δεσμεύσεων. Οι συγκεκριμένες πολιτικές υπονόμευσαν αποφασιστικά το μοντέλο της κοινωνικής και πολιτικής εκπροσώπησης και παγίωσαν τάσεις που είχαν ξεκινήσει ήδη από το τέλος της δεκαετίας του 1980 με έμφαση στην προσαρμογή των κομμάτων στις κρατικές αναγκαιότητες, στην τεχνοκρατική έμφαση της πολιτικής και την υποβάθμιση των κομμάτων ως φορείς εκπροσώπησης κοινωνικών συμφερόντων και προαγωγής συλλογικών ταυτοτήτων. Επίσης, η κυβερνητική προσαρμογή του ΠΑΣΟΚ, οι αντιφάσεις του κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ σε συνδυασμό με τον δογματισμό της ηγεσίας του ΚΚΕ που φαίνεται να ενεργεί περισσότερο ως Ομάδα Πίεσης καθώς δεν διεκδικεί την κυβερνητική εξουσία, δημιούργησε νέες απογοητεύσεις. Επομένως, η ανασυγκρότηση δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά σε κομματικές αναδιατάξεις. Προϋποθέτει την επανεμφάνιση των κοινωνικών υποκειμένων και συλλογικών διεκδικήσεων από τα κάτω ώστε να διεκδικήσουν μια νέα διαφορετική θέσμιση μεταξύ κράτους κοινωνίας και αγοράς. Στο πλαίσιο αυτό στο ερώτημα αν μπορεί να επιστρέψει η παλαιά σοσιαλδημοκρατία, θεωρώ πως δεν μπορεί. Ιδεολογικά γιατί έχει αποδεχθεί το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα, οργανωτικά γιατί έχει διαλύσει την οργανωτική δομή του κόμματος μαζών και στρατηγικά γιατί ο πιο φυσικός εταίρος είναι τα κόμματα της Δεξιάς (Συνεργασία του ΠΑΣΟΚ με τη ΝΔ στην Ελλάδα, μεγάλος συνασπισμός στη Γερμανία). Το πραγματικό πρόβλημα / επίδικο είναι αν η Αριστερά σε όλες της μορφές της είναι σε θέση να οικοδομήσει μια νέα πολιτική ηγεμονία, που να ανταποκρίνονται στο νέο καταμερισμό στις σημερινές μετά-βιομηχανικές κοινωνίες που χαρακτηρίζονται από νέες μορφές εργασίας, νέες ανισότητες και νέες προκλήσεις ψηφιακής και οικολογικής μετάβασης. Αν δεν το πετύχουν, η νεοφιλελεύθερη ηγεμονία θα συνεχίσει να αναπαράγεται όχι μόνο πολιτικά, αλλά και κοινωνικά με μεγάλο κίνδυνο την αναβίωση του φασισμού και το τέλος της φιλελεύθερης Δημοκρατίας. Αν το πετύχουν, δεν θα πρόκειται για αναβίωση του παρελθόντος, αλλά για τη συγκρότηση ενός νέου κοινωνικού μπλοκ για τον 21ο αιώνα που θα επιδιώκει νέες μορφές συλλογικής εκπροσώπησης και εκδημοκρατισμού.
Μετά τη μνημονιακή κρίση, την πανδημία, την ενεργειακή αναδιάρθρωση, τον πόλεμο στην Ουκρανία και την επανεμφάνιση αυταρχικών και πολεμικών λογικών στη διεθνή πολιτική, η Ευρωπαϊκή Ένωση φαίνεται να εισέρχεται σε μια νέα περίοδο αυξημένης επιτήρησης, δημοσιονομικής πειθαρχίας και πολιτικής ασφάλειας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, υπάρχει ακόμη πραγματικός χώρος για ένα νέο σχέδιο δημοκρατικής σοσιαλδημοκρατίας (ή σοσιαλιστικής) και κοινωνικής αναδιανομής ή η ευρωπαϊκή Κεντροαριστερά οδηγείται οριστικά σε έναν ρόλο διαχειριστικής προσαρμογής εντός της νεοφιλελεύθερης κανονικότητας;
Η σημερινή συγκυρία δεν συνιστά απλώς μια αλληλουχία γεγονότων αλλά μια βαθιά κρισιακή διαδικασία του (ευρωπαϊκού) καπιταλισμού και του ίδιου του ευρωπαϊκού πολιτικού οικοδομήματος. Η μνημονιακή περίοδος, η πανδημία, η ενεργειακή κρίση και ο πόλεμος στην Ουκρανία λειτούργησαν ως καταλύτες για τη μετάβαση σε ένα υπόδειγμα διακυβέρνησης, το οποίο ωστόσο έχει ξεκινήσει από τη δεκαετία του 1980 και την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη που κατέληξε στη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Έτσι η ασφάλεια, οι ιδιωτικοποιήσεις, η ευελιξία στις εργασιακές σχέσεις και η δημοσιονομική πειθαρχία αποκτούν κεντρική θέση, εις βάρος των πολιτικών αναδιανομής, μείωσης των κοινωνικών ανισοτήτων και κοινωνικού κράτους. Και σε αυτή την πορεία η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία έχει κεντρικό ρόλο. Όταν με την πολιτική του εκσυγχρονιστικού Τρίτου Δρόμου, τα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά, σοσιαλδημοκρατικά και εργατικά κόμματα βρέθηκαν στην εξουσία των χωρών τους στα μέσα τη δεκαετία του 1990, όχι μόνο δεν άλλαξαν τα (νεοφιλελεύθερα) κριτήρια της Συνθήκης του Μάαστριχτ, αλλά αντίθετα, τα υιοθέτησαν και τα εφάρμοσαν με μεγαλύτερη σπουδή. Ουσιαστικά δηλαδή η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία μεταβλήθηκε σε απλή διαχειριστική δύναμη του υπάρχοντος συσχετισμού δυνάμεων, αποδεχόμενη ως δεδομένα τα όρια που θέτουν οι αγορές, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί και οι κανόνες ανταγωνιστικότητας. Σε αυτή την εκδοχή, η Κεντροαριστερά δεν καταργείται· μετατρέπεται όμως σε έναν μηχανισμό πολιτικής και κοινωνικής αναπαραγωγής του νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας.
Από την άλλη πλευρά, εξακολουθεί να υπάρχει χώρος για ένα νέο σχέδιο κοινωνικής αναδιανομής. Όχι επειδή οι ευρωπαϊκές ελίτ το επιθυμούν, αλλά επειδή οι ίδιες οι αντιφάσεις του συστήματος το καθιστούν αναγκαίο. Η διεύρυνση των ανισοτήτων, η στεγαστική κρίση, η απορρύθμιση της εργασίας, η κλιματική μετάβαση, η μείωση του Κράτους Δικαίου και οι δημογραφικές πιέσεις δημιουργούν κοινωνικά αιτήματα που δεν μπορούν να απαντηθούν μόνο με πολιτικές αγοράς. Έτσι, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει κοινωνική ανάγκη για μια νέα σοσιαλδημοκρατία. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν υπάρχει πρόθεση από την Ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία να αλλάξει και να συναντηθεί με κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που μπορούν να φέρουν την Αλλαγή. Επομένως, δεν θα έλεγα ότι η ευρωπαϊκή Κεντροαριστερά είναι «οριστικά καταδικασμένη» στη διαχειριστική προσαρμογή. Θα έλεγα όμως ότι στις νέες συνθήκες που δημιουργούνται δεν φαίνεται να υπάρχει χώρος επανάκαμψης της σοσιαλδημοκρατίας. Ωστόσο, η επιστροφή σε μια ουσιαστική σοσιαλδημοκρατική ή σοσιαλιστική στρατηγική δεν προϋποθέτει μόνο αλλαγή ηγεσιών και προγραμμάτων. Προϋποθέτει και την ουσιαστική μεταβολή των κοινωνικών συσχετισμών. Χωρίς αυτήν, η Κεντροαριστερά θα συνεχίσει να κινείται εντός των ορίων της υπάρχουσας ευρωπαϊκής νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας, με όρους διαχείρισης και ουσιαστικά να συνεχίζει να συρρικνώνεται πολιτικά και εκλογικά.

