Η ουτοπία στο υπόγειο, της Τέας Βασιλειάδου

Όταν ο Κάρολος Κουν ίδρυσε το μέλλον μέσα στο σκοτάδι του 1942

Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία που η πράξη της δημιουργίας αγγίζει τα όρια της απόλυτης ανταρσίας. Το φθινόπωρο του 1942, με την Αθήνα να στενάζει κάτω από την μπότα του ναζιστικού φασισμού, την πείνα να θερίζει και τον φόβο να παγώνει τις ανάσες, ένας άνθρωπος αποφάσισε να ανάψει μια εστία φωτιάς. Ο Κάρολος Κουν ιδρύει το Θέατρο Τέχνης. Όχι ως μια διέξοδο φυγής από τη ζοφερή πραγματικότητα, αλλά ως ένα οδόφραγμα πολιτισμού και συλλογικής συνείδησης.

Για την προοδευτική σκέψη, η επέτειος αυτή δεν είναι μια απλή άσκηση νοσταλγίας. Είναι η ζωντανή απόδειξη του τι συμβαίνει όταν ο λαϊκός πολιτισμός αρνείται την ελιτίστικη αποστείρωση και συναντά την ανάγκη των ανθρώπων για κοινή μοίρα.

 

Η πολιτική των «ανώνυμων» σωμάτων

Το περίφημο μανιφέστο του Κουν, συμπυκνωμένο στη φράση «Δεν κάνουμε θέατρο για να ζήσουμε, κάνουμε θέατρο για να πλουτίσουμε τους εαυτούς μας… κι όλοι μαζί να βοηθήσουμε να δημιουργηθεί ένας πλατύς, ψυχικά πλούσιος και ακέραιος πολιτισμός στον τόπο μας», κουβαλά έναν βαθύτατα σοσιαλιστικό πυρήνα. Ο Κουν δεν έβλεπε το θέατρο ως εμπόρευμα ούτε τον θεατή ως πελάτη. Το έβλεπε ως μια κοινότητα, μια «θρησκεία» του ανθρωπισμού.

Σε μια περίοδο που ο φασισμός προσπαθούσε να εκμηδενίσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, το Θέατρο Τέχνης πρότεινε την ανάδειξη της εσωτερικής αλήθειας του καθημερινού ανθρώπου. Η μέθοδος του Κουν έφερε στο προσκήνιο το «σώμα» του λαού, μπολιάζοντας τις ευρωπαϊκές αναζητήσεις με τη λαϊκή ρίζα – αυτή που ανακάλυπτε στις γραμμές του Μακρυγιάννη και στα χρώματα του Θεόφιλου.

Οι ηθοποιοί του –φτωχά παιδιά, εργάτες της τέχνης που αργότερα θα γίνονταν ογκόλιθοι, όπως ο Βασίλης Διαμαντόπουλος και η Κατίνα Παξινού στις πρώτες εκείνες αναζητήσεις– δεν φορούσαν τις βαριές, ψεύτικες στολές του ακαδημαϊκού θεάτρου. Έπαιζαν με τα δικά τους ρούχα, με την ανάσα τους, με την πείνα τους. Αυτή η στροφή προς τον ρεαλισμό της ψυχής ήταν μια αισθητική επανάσταση.

 

Η γοητεία της συλλογικής συνάντησης

Υπάρχει μια μοναδική, σχεδόν ερωτική γοητεία στην εικόνα εκείνου του πρώτου πυρήνα. Νέοι άνθρωποι, μέσα στην παγωνιά της Κατοχής, να μαζεύονται σε μικρά δωμάτια και αργότερα στο θρυλικό «Υπόγειο» της Πεσμαζόγλου, για να εφεύρουν μια νέα πατρίδα.

Εκεί, η προοδευτική διανόηση βρήκε το καταφύγιο και το ορμητήριό της. Τα σκηνικά και τα κοστούμια του Γιάννη Τσαρούχη έδιναν μορφή στο ελληνικό φως, ενώ οι μουσικές του νεαρού τότε Μάνου Χατζιδάκι έντυναν τα όνειρα μιας ολόκληρης γενιάς. Ο Κουν κατάφερε να αποδείξει ότι το λαϊκό δεν σημαίνει απλοϊκό. Ανέβασε το επίπεδο του κοινού, δεν κατέβασε την τέχνη του.

Μέσα από τις μεταφράσεις του Γιώργου Σεφέρη και του Οδυσσέα Ελύτη, και αργότερα με τα έργα του Ιάκωβου Καμπανέλλη που αποτύπωσαν τη μεταπολεμική πληγή της εργατικής τάξης, το Θέατρο Τέχνης έγινε ο καθρέφτης μιας Ελλάδας που διεκδικούσε δικαιοσύνη, ελευθερία και ισότητα.

 

Η επιστροφή στο υπόγειο

Σήμερα, σε ένα τοπίο όπου η επίσημη πολιτεία συχνά υποβιβάζει τον πολιτισμό και περιφρονεί τους λειτουργούς του, η μνήμη του 1942 δεν έρχεται για να μας κουνήσει το δάχτυλο. Έρχεται για να συνομιλήσει με τους σημερινούς εργάτες του θεάτρου. Με όλους εκείνους τους δημιουργούς που στην πλειοψηφία τους, κόντρα στους καιρούς της επισφάλειας και της θεσμικής αδιαφορίας, συνεχίζουν να καταθέτουν την ψυχή τους σε μικρές και μεγάλες σκηνές, επιμένοντας να παράγουν ουσία και ομορφιά.

Το «Υπόγειο» του Κουν δεν είναι ένα μακρινό μουσείο· είναι μια πνευματική κατάσταση που επαναλαμβάνεται κάθε φορά που μια ομάδα ανθρώπων πιστεύει στο «μαζί». Μας θυμίζει ότι οι πιο βαθιές, οι πιο αληθινές ανατροπές δεν περίμεναν ποτέ την έγκριση των ισχυρών ή τα μεγάλα μπάτζετ για να γεννηθούν. Χρειάζονταν πάντα την ίδια πρώτη ύλη: πίστη στον άνθρωπο, μια ανάσα που μοιράζεται στην παγωνιά και το θράσος να αναζητάς το φως την ώρα που γύρω σου πυκνώνουν οι σκιές.

Ο Κάρολος Κουν δεν ίδρυσε απλώς ένα θέατρο το 1942. Άνοιξε μια χαραμάδα στο μέλλον. Και αυτή η χαραμάδα παραμένει ανοιχτή, όσο υπάρχουν σώματα στην εξέδρα και στη σκηνή που αρνούνται να σωπάσουν, κρατώντας την εστία αναμμένη για τις γενιές που έρχονται.

 

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ