Στο γέρμα του 19ου αιώνα, που οι επιστημονικοφανείς αναλύσεις της ευγονικής και της εγκληματολογίας επιδίδονταν με πάθος στην κατηγοριοποίηση των ανθρώπινων ομάδων, διαφοροποιούνται και οι τάσεις της αρχαιολογικής προβληματικής. Η Πολιτισμική Εξελικτική Αρχαιολογία, θεώρηση των παραμονών του Διαφωτισμού και της Άνοιξης των Λαών η οποία αναγνώριζε ομοιογένεια στο ανθρώπινο γένος, εκφυλίζεται. Η παρατεταμένη ευρωπαϊκή ύφεση 1873-96 και η οικονομική εξυγίανση μέσω του ιμπεριαλισμού εισάγουν νέα αρχαιολογική προσέγγιση, την Πολιτισμική Ιστορική. Αυτή «βλέπει» ανομοιογένεια στους ανθρώπους, «ανώτερους» και «κατώτερους», αιτιολογώντας το δικαίωμα του Λευκού ανθρώπου να κατακτήσει υπερπόντιες περιοχές προς αναζήτηση πρώτων υλών και αγορών για τα τελικά προϊόντα της δεύτερης Βιομηχανικής Επανάστασης. Ευρωπαϊκά κράτη μετασχηματισμένα σε imperii, αυτοαποκαλούμενα «Μεγάλη Αγγλία», «Μεγάλη και Μεγαλύτερη Γαλλία», «Ιταλική μας Θάλασσα», φέρουν νομιμοποίηση, κυριαρχία και κύρος με μια εσωτερικευμένη δομή προκαταλήψεων για τους «απολίτιστους» της Αφρικής και της Ασίας με τις «βάρβαρες» δημιουργίες.
Με την ευρωπαϊκή οικονομική ύφεση να έχει ρίξει βαριά τη σκιά της και στις ελληνικές εξαγωγές τερματίζοντας την πρώτη φάση ανάπτυξης της ελληνικής εκβιομηχάνισης, η οικονομική αποκατάσταση της Ελλάδας περιλάμβανε ανάλογες ιδεολογικοπολιτικές εφαρμογές που συμπυκνώθηκαν στο δόγμα της «Μεγάλης Ιδέας». Με την ελληνική βιομηχανία στη δεύτερη φάση ανάπτυξης μετά την προσάρτηση της Μακεδονίας, η επέκταση του κράτους ήταν η αίσια συνεχιζόμενη επιλογή για τον μετασχηματισμό του σε οικονομική και πολιτική δύναμη. Το συνεκτικό ιδεολόγημα της ελληνικής ανερχόμενης κεφαλαιοκρατικής τάξης χρειαζόταν ένα μεγαλειώδες παρελθόν προκειμένου να στηρίξει το παρόν και να ορίσει το μέλλον. Στην αναζητούμενη «αρχική» πατρίδα, ο Félix Sartiaux επικαλέστηκε το 1918 τα μικρασιατικά ειδώλια στη Φώκαια που «θύμιζαν αυτά της Κυβέλης στη Μασσαλία». Η αρχαία προέλευση απ’ τη Φώκαια «επιβεβαίωνε» τα γαλλικά δικαιώματα στη Μικρά Ασία που έφταναν κι ως την Άγκυρα, όπου ο Γαλάτης βασιλιάς Τεκτόσαγες είχε ιδρύσει πρωτεύον φυλετικό κέντρο. Παρά την εκτίμησή του στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό ο Sartiaux γνώριζε τον υπάρχοντα ανταγωνισμό, «τα πολύ σημαντικά συμφέροντα στο παιχνίδι έπρεπε να συμπληρώσει η γαλλική επιρροή». Οι Ιταλοί επικαλούνταν τα ρωμαϊκά σπαράγματα επιγραφών, τα αμφιθέατρα και υδραγωγεία στη Μικρά Ασία, περισσότερα από όσα μπορούσε να δει κανείς στην Ιταλία, και οι ανασκαφές το 1919 σε τάφους της Αλικαρνασσού θορυβούσαν το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών για τα ευρήματα που μεταφέρονταν στη Ρώμη. Τεκμήριο του παλαιόθεν «εθνικού» δικαιώματός τους στην Ανατολία και το μνημείο που Ρωμαίοι είχαν υψώσει στην Άγκυρα με εγχάρακτα τα Πεπραγμένα του αυτοκράτορα Αυγούστου.

Οι Τούρκοι πριν την ελληνική απόβαση συσπειρώνονταν ενάντια στον ευρωπαϊκό κεφαλαιοκρατισμό που απειλούσε τα εδάφη και τις τοπικές βιομηχανίες τους, ενημέρωναν τηλεγραφήματα απ’ τη Σμύρνη τον Φεβρουάριο 1919. Μάιο αποβιβάζεται στην αποβάθρα της Πούντας η Ι Μεραρχία του Α΄ Σώματος Στρατού με την ονομασία «Στρατός Κατοχής Σμύρνης». Ιδρύεται Αρχαιολογικό Τμήμα στην Ύπατη Αρμοστεία υπό τον επιφανή αρχαιολόγο Γεώργιο Οικονόμο αλλά ανασκαφές δεν έγιναν ούτε το 1920. Μετά το πλειοψηφικό σύστημα που οδήγησε στην εκλογική ήττα του Βενιζέλου τη διεύθυνση του Αρχαιολογικού τμήματος ανέλαβε, το 1921, ο Κωνσταντίνος Κουρουνιώτης. Ασταθής η κυβέρνηση του βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ και εύσχημη η δικαιολογία των Συμμάχων περί γερμανόφιλου βασιλιά, οι οποίοι έχοντας στο μεταξύ διευθετήσει μεταξύ τους το «Ανατολικό Ζήτημα» αποσύρονται από την κάλυψη του χαρτονομίσματος και ζητούν απογραφή στο σαντζάκι Σμύρνης από Διεθνή Επιτροπή. Διαμαρτυρίες στη Βουλή, ξεχνούσαν ότι η Ελλάδα τους στήριξε στον Μεγάλο Πόλεμο και στην Κριμαία κατά των Μπολσεβίκων, κι ότι κριτήριο ελληνικότητας της Μικράς Ασίας δεν ήταν ο «υπέρτερος αριθμός των επήλυδων κατακτητών αλλά η τριάντα αιώνων παρουσία γηγενών Ελλήνων, τα μνημεία της Ελληνικής Τέχνης και τα ιστορικά ονόματα» που καμιά εθνολογική σύνθεση δεν μπορούσε να υπερκεράσει (Συνεδρίαση 1921).
Για την αντιμετώπιση της διπλωματικής κρίσης η αποφασισμένη για προέλαση κυβέρνηση Δημητρίου Γούναρη προσφεύγει στην αρχαιολογία. Η κρίση ήταν και εσωτερική. Το αφήγημα μιας Μεγάλης Ελλάδας, εξικνούμενης πέρα από τον Σαγγάριο αντί για τον τερματισμό της εκστρατείας όπως οι κωνσταντινικοί είχαν προεκλογικά υποσχεθεί, δεν έπειθε έναν λαό που από το 1912 βρισκόταν σε πολέμους. Οι ανάγκες της Μεγάλης Ιδέας απορροφούσαν τα δάνεια στο μεγαλύτερο ποσοστό, απεργίες εργατών και τραπεζοϋπαλλήλων ακόμα και στο υποκατάστημα της Εθνικής τράπεζας στη Σμύρνη, το ανθρώπινο δυναμικό αποσπασμένο από την παραγωγή, μισθοί μειωμένοι, επαχθώς φορολογούμενα τα λαϊκά στρώματα. Λίγοι Έλληνες και Σμυρνιοί συμμετείχαν στη νέα επιστράτευση και ο στρατός σε φυγόκεντρες τάσεις. «Άγκυρες, Εσκή-Σεϊρ και τα λοιπά, όπως μας φοβέριζαν μικρούς με τον μπαμπούλα, έτσι μας φοβερίζουν τώρα με τον Σαγγάριο!» (Πληζιώτης 1921, Πρινιωτάκις 1922) ενώ ευκατάστατοι αστοί «μεταβαίνουν στο Σπλέντιτ για να επιδείξουν τη χορευτική αφ’ ενός και την ερωτοτρόπον αφ’ ετέρου δεινότητά τους» (εφημερίδα Πατρίς). Η Αθηναϊκή που είχε στηρίξει την επάνοδο του Κωνσταντίνου κατήγγειλε τώρα την προέλαση: «επρόκειτο για τις ιμπεριαλιστικές ουτοπίες μιας τάξεως που εξαρτά τα συμφέροντά της από τη μεγέθυνση του κράτους, ιμπεριαλιστικός στόχος απ’ τον οποίο η Κυβέρνηση οφείλει να προστατεύει τον Έλληνα πολίτη».
Με τους πολιτισμικούς όρους να έχουν επιστρέψει ως πολιτικό επιχείρημα και τις αρχαιότητες άρρηκτα συνδεδεμένες με μια οντότητα αιματοσυγγενική, τη «φυλή», δρομολογήθηκε αρχαιολογική έρευνα. Γοήτευε εγγράμματους και μη στη μεγαλοαστική πτυχή της‧ το «αίτημα του πολιτισμένου κόσμου απευχόταν την επικράτηση των βαρβάρων» στην Ανατολή που είχε ελληνοποιήσει ο Μέγας Αλέξανδρος. Από το Κορδελιό ο βασιλιάς περιγράφει στους συγκεντρωμένους στρατιώτες έναν πόλεμο-σταυροφορία, «εκ των θυσιών και της νίκης σας θα αναθάλλει εφάμιλλος ο αρχαίος πολιτισμός». Πλούσια η φιλολογία για την αποστολή που είχε το ελληνικό έθνος και ο στρατός, οι πατρώες αρχαιότητες θα ιεροποιούσαν τον θάνατό τους, «το χυθέν αίμα» θα τροφοδοτούσε τις «φλέβες» του έθνους ζωντανεύοντας τα «ναρκωμένα κάτω απ’ τη γη μνημεία, θα τα πότιζε, θα τα αναζωογονούσε, θα πρόβαλαν στην επιφάνεια».
Ο Διάδοχος πρίγκιπας Γεώργιος και το Στρατηγείο έφτασαν στο Ουσάκ το 1921 για τη δεύτερη φάση της εκστρατείας που στόχευε στον σιδηροδρομικό κόμβο του Εσκίσεϊρ. Ο συρμός «διέσχιζε ελληνικές περιοχές» υπερηφανεύτηκε ο πολεμικός ανταποκριτής Νικολόπουλος επικαλούμενος τις αρχαίες ονομασίες∙ απέδιδαν εθνότητα την εποχή που τα ιστορικά ονόματα μπορούσαν να χρονολογήσουν ένα νόμισμα ή ένα όστρακο στην αρχαιολογική θεώρηση της προφορικής παράδοσης. Περισσότερο πραγματιστής ο στρατιώτης Ανδρούτσος σημείωσε στο ημερολόγιο, «καθ’ οδόν βλέπαμε πλέον Τούρκους κατοίκους κι όχι Έλληνες, όπως μέχρι τώρα».
Καλοκαίρι-φθινόπωρο 1921 ο Γεώργιος Οικονόμος καλείται να ανασκάψει στις Κλαζομενές τις ταφές σε αντίστομους πίθους και τις διάσημες πήλινες σαρκοφάγους. Φιλοτεχνημένες στο κύκνειο άσμα της ασσυριακής δύναμης στο δεύτερο μισό του 6ου αιώνα, διαρρήγνυαν τους κρίκους στην αλυσίδα που κατά τους εθνικιστές ένωνε ευθύγραμμα και αδιαμεσολάβητα την εποχή του Περικλή με του Αλεξάνδρου: τα ανατολίζοντα μοτίβα, σφίγγες, λέοντες, βόες με χρωματική ένταση στα περιγράμματα, απέδιδαν δραματικά τις αφηγηματικές παραστάσεις που αγαπούσαν οι Ασσύριοι. Ο διευθυντής της Βρετανικής Σχολής στην Αθήνα που ανάσκαπτε πολλά χρόνια στην Ιωνία είχε επισημάνει το συναπάντημα ανθρώπων και ιδεών: Έλληνες είχαν διαπεράσει πέρα ως πέρα την Ασία αλλά και Ασιάτες έμποροι συνωστίζονταν στην Ιωνία και «χέρια δούλεψαν μοτίβα από τον Τίγρη, το ίδιο και οι καλλιτέχνες που ζωγράφισαν την αγγειοπλαστική της Μιλήτου και τις σαρκοφάγους των Κλαζομενών» (Hogarth, 1914). Ο φιλόλογος-γυμνασιάρχης, αντιπρόεδρος της Αρχαιολογικής Εταιρείας τα έτη 1918-1920 Γεώργιος Σωτηριάδης, είχε δημοσιεύσει το 1894 για την επίδραση των ασσυριακών ξύλινων κιόνων στη διαμόρφωση του ιωνικού ρυθμού και για τον «ανατολίζοντα ρυθμό» που υιοθέτησε η βυζαντινή αγιογραφία: «αναλογία και προοπτική είναι άγνωστα, άνθρωποι συχνά παρίστανται ψηλοί ως τα δένδρα και οι πεζοί αναρριχώνται σε μικρότερά τους οχυρώματα».
Στα τέλη του 4ου αιώνα π.Κ.Ε., περίοδο ευμάρειας και οικοδομικής άνθησης, η Ιωνία αποτελούσε πλέον μέρος μιας παγκοσμιοποιημένης κουλτούρας οπότε κάθε πρότερη ιδιαιτερότητά της δύσκολα θα μπορούσε να γίνει αισθητή. Ούτε στην ελληνιστική-ρωμαϊκή εγκατάσταση στο Μαραθονήσι η αποκλειστικά ελληνική παρουσία επαληθεύτηκε: «δυστυχώς, το ελληνικό κράτος [στη Μικρά Ασία] είχε κατακτηθεί από Ασιάτες και Ρωμαίους» (Οικονόμος, 1921/22). Αναγνωρίζει και την ύπαρξη προελληνικού γλωσσικού στρώματος και πληθυσμού: «οφείλουμε να δεχθούμε ότι τα ονόματα των δώδεκα Ιωνικών πόλεων, ανάμεσα στα οποία και των Κλαζομενών, είναι βαρβαρικά εξελληνισμένα και η λατρεία της Εφέσιας θεάς ασιατικής καταγωγής που προσαρμόστηκε με τον καιρό στην ελληνική θρησκεία όπως μαρτυρούσαν και οι μη ελληνικές λέξεις των τελετουργιών της» (Οικονόμος, Ε΄). Πιθανώς γνώριζε και τις δημοσιεύσεις του επίτιμου μέλους της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας καθηγητή Headlam: «για τους Ιταλούς ήταν η Μεγάλη Ντιάνα των Εφεσίων, για τους Έλληνες η Άρτεμις, κι αν πάμε πίσω από το ελληνικό κάλυμμα ήταν μια ανατολιακή θεότητα που με τον καιρό ενσωματώθηκε στην ελληνική μυθολογία και ταυτίστηκε με μια Ελληνίδα θεά».
Τις έρευνες στις Κλαζομενές είχε παρακολουθήσει και ο ευρισκόμενος στη Σμύρνη πρίγκιπας Νικόλαος –δυσαρεστημένος, όπως σημείωνε στο ημερολόγιό του, για τις πολλές μύγες που κατέκλυζαν την έπαυλη που του είχε παραχωρηθεί. Οι οικονομικές χορηγίες της βασιλικής οικογένειας προς την Εταιρεία για τον «ιερώτατο σκοπό» των ανασκαφών σε Κλαζομενές και Έφεσο συνδυάζονταν με αντίδωρα. Ο Διάδοχος πρίγκιπας Γεώργιος ζήτησε από τον Κουρουνιώτη να του χαριστεί μια σαρκοφάγος κι εκείνος εξήγησε στον Ύπατο Αρμοστή ότι «τέτοιες σαρκοφάγοι είναι πολύ κοινές στη Μικρά Ασία και δεν αποτελεί ζήτημα η δωρεά της στον Διάδοχο». Η έγκριση ήταν άμεση.
Φθινόπωρο και αρχές χειμώνα 1921 ο Κουρουνιώτης επισκέφτηκε τα Μάσταυρα και τη Νύσσα στο ορεινό τοπίο που έβλεπε στην εύφορη κοιλάδα του Μαιάνδρου. Η περιοχή δεν είχε αποδοθεί το 1919 από τους Συμμάχους στους Έλληνες αλλά το δόγμα της «Μεγάλης Ιδέας» νομιμοποιούσε τις γεωγραφικές διευρύνσεις στη ρωμαϊκή Provincia Asia. Οι Τσέτες πλησίαζαν τα Μάσταυρα μετά την ήττα του ελληνικού στρατού στον Σαγγάριο και ανάσκαψε μόνο στη Νύσσα, ωστόσο Γερμανοί αρχαιολόγοι είχαν προηγηθεί στη χαρτογράφηση και τη μελέτη των ερειπίων της και ο τοπογράφος λοχαγός W. von Diest είχε αναδείξει τη ρωμαϊκή φυσιογνωμία της στο χρονικό της ανασκαφής (Nysa ad Maeandrum, 1907-1909, 1913). Ο Κουρουνιώτης ήλπιζε σε αρχαιοελληνικά ευρήματα, όμως τα νομίσματα εξέθεταν μια σειρά από Ρωμαίους Αυτοκράτορες, τα αγάλματα τον αυτοκράτορα Μάρκο Αυρήλιο και τα υπόλοιπα, τάφοι, λουτρά, βιβλιοθήκη, γυμνάσιο, βουλευτήριο, αμφιθέατρο και λίθινο αψιδωτό γεφύρι (Αρχαιολογικόν Δελτίον, 1921/22), τη χαρακτηριστική ρωμαϊκή αίσθηση του ρεαλισμού σε μεγάλη κλίμακα.
Δεκέμβρη του 1921 ο πόλεμος είχε κριθεί: «Η Μικρασία ξεγράφεται μια για πάντα για εμάς, άδικα χύθηκε το αίμα μας. Η αναχώρησή μας είναι πλέον βέβαιη» (Ελεύθερος Λόγος). Ωστόσο, το κρίσιμο καλοκαίρι 1922 το Συμβούλιο της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας και το Τμήμα Αρχαιοτήτων της Ελληνικής Διοίκησης Σμύρνης επιμένει: «αναγκαίο να αρχίσουν το ταχύτερο οι ανασκαφές, να προσέλθουν άμεσα οι εντεταλμένοι έφοροι αρχαιοτήτων». Ο Οικονόμος επανέρχεται τέλη Ιουλίου. Ανενημέρωτος για την τροπή της εκστρατείας δεν καταλαβαίνει τον λόγο που βρίσκει τρομοκρατημένο τον πληθυσμό στα Βουρλά και κάμποσους Έλληνες υπαλλήλους να αναχωρούν∙ ανενημέρωτος και ο ελληνο-σμυρναίικος σύλλογος επισκέπτεται στις 12 Αυγούστου την ανασκαφή στις Κλαζομενές. Στις 22 εκδόθηκε η πρώτη διαταγή εκκένωσης της Σμύρνης και στις 23 ο αρχαιολόγος αναχώρησε από την αρχαιολογική θέση.
Στην ενδοχώρα ο Κουρουνιώτης αναγνωρίζει σε νεκρόπολη στο Αγιαζίν ανάγλυφα και επιγραφές στη φρυγική γλώσσα, όμως «οι φρυγικοί τάφοι ήταν Ελλήνων του 1ου-3ου αιώνα Κ.Ε.» (Χειρόγραφο, 1922). Η εθνική ιδεολογία περιλάμβανε αποσιώπηση του φρυγικού στοιχείου για το οποίο, μισό αιώνα πριν πολλά είχαν γραφτεί από ξένους ερευνητές‧ ότι λάξευαν κτίσματα στους βράχους θεωρώντας τους ζωντανό οργανισμό εντός του οποίου κατοικούσε η θεά «Μητέρα Γη» (η κατοπινή Κυβέλη των Ελλήνων). Οι εγχάρακτες επιγραφές στις μνημειακές προσόψεις των φρυγικών κοιμητηρίων στην κοιλάδα που σχημάτιζε ο Σαγγάριος, από τα οποία θα περάσει ο Κουρουνιώτης αναζητώντας αρχαιοελληνικά τεκμήρια, ήταν απόδειξη πως η φρυγική συνεχίστηκε ίσως μέχρι και τους Σελευκίδες. Και παρότι με τον καιρό επιδρούσε όλο και περισσότερο η αρχαιοελληνική τέχνη όπως μαρτυρούσε ο αριθμός των κιόνων, το σχήμα των κιονόκρανων και ο τύπος των θριγκών, δεν αφαιρούνταν τίποτα από την κυρίως ροπή και τα διακοσμητικά θέματα που συνεχίζονταν απαράλλαχτα όπως την εποχή των Φρυγών βασιλέων Γόρδιου και Μίδα (Perrot & Charles, 1892). Μικρή χριστιανική κοινότητα αναπτύχθηκε τον 3ο-4ο αιώνα Κ.Ε., τάφοι ανάμεικτοι με την τέχνη και τις τελετουργίες της Ανατολίας και ιεραρχημένης κοινωνικής τάξης της ρωμαϊκής περιόδου, ανάμεσά τους ελίτ οικογένειας με πέτρινα λιοντάρια που παρέπεμπαν στα ασσυριακά λιοντάρια της Nimrud.
Καλοκαίρι του 1922 ο Κουρουνιώτης επανέρχεται στη Νύσσα. Την απουσία ενημέρωσης μαρτυρά η απορία του για την αλλαγή της συμπεριφοράς Τούρκων εργατών: «μετά βίας απέκρυπταν την έχθρα τους έχοντας την πεποίθηση ότι δεν θα αργούσε η ημέρα της ήττας και της αποχώρησής μας από τη Μικρά Ασία». Το μοναδικό εύρημα, ένα αγαλματάκι, απέδωσε σε «αδέξια δημιουργία Ρωμαίων»‧ ο Οικονόμος είδε στον πίλο με τη χαρακτηριστική οξεία κορυφή «το σύνηθες κάλυμμα στη Φρυγία» (Αρχαιολογικόν Δελτίον, 1921/22). Στην Ελλάδα ονομάστηκε «προσφυγάκι» και αποδόθηκε στα ύστερα ελληνιστικά χρόνια.
Με την κατάληψη του στρατιωτικού σταθμού Ορτακτσέ αυξήθηκε η νευρικότητα των χριστιανών, κανείς δεν είχε πληροφορίες για την καταστροφή στο Αφιόν Καραϊσάρ και του βόρειου, γενικά, μετώπου. Παρά τις βόμβες κοντά στα καταλύματα της ομάδας η ανασκαφή συνεχίστηκε ως την παραμονή της υποχώρησης από τον Μαίανδρο. Στο Αϊδίνι ο αρχαιολόγος πληροφορήθηκε πως ο Στεργιάδης είχε προ ημερών διατάξει την πολιτική διοίκηση να συσκευάσει τα αρχεία των υπηρεσιών της Ελληνικής Διοίκησης Σμύρνης.
Με το Βυζάντιο να συμμετέχει στη συζήτηση για την εγκαθίδρυση πολιτικού δικαιώματος στη Μικρά Ασία ξεχάστηκε η μέχρι πρότινος απαξίωση των τεχνουργημάτων του, η «αμόρφωτη και άκομψη καλογήρων βαναυσουργία» (Αγών, 1906). Στέλνουν τον αρχαιολόγο-βυζαντινολόγο Γεώργιος Σωτηρίου για ανασκαφές στον ναό-μαυσωλείο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στην Παλαιά Έφεσο, επιφανές δείγμα ναοδομίας του 6ου αιώνα στην κλιτύ του λόφου. Τα πολλά τεμένη της Εφέσου, τα διακοσμημένα με έξοχα αραβουργήματα, αποτελούσε φόβο επιμειξίας και εκφυλισμού. Κι αφού αυτό που εξασφάλιζε επιτυχία σε κάθε αποικιοκρατική επιχείρηση ήταν ένα ολόκληρο σύστημα κατηγοριοποίησης ανθρώπων και τεχνών, ο βυζαντινολόγος έγραψε πως ο «απαίδευτος και βάρβαρος Τούρκος, φύσει ανίκανος για οποιαδήποτε καλλιτεχνική δημιουργία, δεν είχε χτίσει τα τεμένη. Μόνο Έλληνες τεχνίτες με την επιτηδειότητά τους στο ωραίο μπορούσαν, συνεπώς ελληνικά ήταν και τα ισλαμικά μνημεία» (Χειρόγραφα, 1923). Στο ελληνικό κάδρο συμπεριέλαβε και τους «Επτά Παίδες» της Εφέσου: Ελληνορθόδοξοι ήταν οι καταδιωκόμενοι από τον αυτοκράτορα Δέκιο που κατέφυγαν σε σπηλιά τού όρους Μοχλός, αποκοιμήθηκαν και ξύπνησαν έναν αιώνα μετά, επί Θεοδοσίου. Τις σπηλιές καταδείκνυαν Αρμένιοι ως «δικές τους», έγραψε ενοχλημένος ο Σωτηρίου που αμφισβητούσαν την αποκλειστική ελληνική κυριαρχία, και Αύγουστο του 1922 κατοχύρωσε την «ελληνικότητα» του σπηλαίου μέσω καθαγιασμού από Επίσκοπο παρουσία στρατιωτικών και επιτρόπων. Αρμένιοι που ανάσκαπταν στην περιοχή εξεγέρθηκαν καθώς θεωρούσαν εθνική κληρονομιά τους τις χριστιανικές τοποθεσίες της Εφέσου. Αλίμονο, σε αυτόν τον πολυεθνοτικό τόπο οι «Επτά Παίδες» αναφέρονταν και στο Κοράνι ως πιστοί του Αλλάχ (Surah:18).
Διοικητές των στρατιωτικών μονάδων έστελναν πιεστικές επιστολές στο Αρχαιολογικό τμήμα της Ελληνικής Διοίκησης, πως σε χωριά και κωμοπόλεις της ενδοχώρας συναντούσαν εγκαταλελειμμένα ανάκτορα, αγάλματα, λάρνακες, ενεπίγραφες κρήνες που «αποδείκνυαν» την «πατρώα» γη «ημών των απογόνων του Σωκράτη, του Φειδία, του Περικλή, του Κίμωνα, του Μιλτιάδη, του Θεμιστοκλή, του Αλεξάνδρου, του Μεγάλου Κωνσταντίνου» και ζητούσαν αρχαιολόγους για να αποδείξουν στους ξένους «ότι αυτή η γη αενάως υπήρξε ελληνική κι έτσι πρέπει να παραμείνει» (Έκθεσις Ταγματάρχου, 1921). Οι καταπονημένοι στρατιώτες στο εκτενές μέτωπο των εκατοντάδων χιλιομέτρων μακριά απ’ τη Σμύρνη διατάσσονταν να αναχωρούν πριν χαράξει για ν’ αναζητούν και να περισυλλέγουν αρχαία αντικείμενα που διακοσμούσαν νεκροταφεία, κενοτάφια, κρήνες, τοίχους σπιτιών, αυλές, τζαμιά και γεφύρια. Περιοδεύοντας ο Κουρουνιώτης τον Μάιο 1922 στην ενδοχώρα σχολίασε τον άδικο κόπο τους‧ λόγω της άγνοιάς τους, τα συλλεχθέντα ανήκαν στη ρωμαϊκή περίοδο.

Όταν η ελληνική λογιοσύνη επιφορτίστηκε στις αρχές του 20ού αιώνα με την κατασκευή και ανάδειξη της προαιώνιας αρραγούς ενότητας του εθνικού χρόνου, παγιδεύτηκε σε υπερβολές παρά την έλλειψη τεκμηριωτικής υποστήριξης και τον καταγεγραμμένο από τον 19ο αιώνα σχετικισμό της Ανατολής. Η εθνική ιδεολογία αρνήθηκε τα πολλαπλά στρώματα ιστορίας που ο τόπος εσώκλειε πριν από τον αποικισμό των αρχαιοελληνικών φύλων όσο και την αφομοιωτική δύναμη των αυτοκρατοριών (χεττιτική, περσική, ασσυριακή, ελληνιστική, ρωμαϊκή) που καθιστούσαν ανυπόστατη την απόδοση σαφούς εθνικής ταυτότητας. Οι Οριενταλιστές, πολλοί εξ αυτών επίτιμα μέλη της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας με τις μελέτες τους γνώριμες σε Έλληνες ιστορικούς και αρχαιολόγους, έγραφαν πως η ναοδομία, η ταφονομία και η γλώσσα αποτελούσαν κραυγαλέο παράδειγμα υβριδικότητας. Δίχως να αρνούνται τη συμβολή των αρχαίων Ελλήνων στην τέχνη, στη φιλοσοφία και στην εξέλιξη των αρχαίων κοινωνιών, γνώριζαν ότι δεν υπήρχαν «εθνικά σύνορα» στις αυτοκρατορίες. Παρά το λατινικό ή ελληνικό όνομα στις πόλεις και γλώσσα των κυβερνήσεων, των μορφωμένων και των ευγενών, η πλειονότητα στις επαρχίες μιλούσε Λυκαωνικά, Γαλικιακά, Φρυγικά και οι κοινωνίες συνέχιζαν να πιστεύουν στη δική τους θρησκεία. Και παρότι οι μορφωμένοι ταύτιζαν τους θεούς τους με της Ελλάδας και της Ρώμης και τους αποκαλούσαν με ελληνικά ονόματα, δεν διέθεταν ελληνικές ή ρωμαϊκές ιδιότητες και χαρακτηριστικά∙ ήταν ασιατικές θεότητες» (Ramsay, 1890). Σύγγραμμα φιλόλογου-γυμνασιάρχη έγραφε πως η ελληνική γλώσσα δεν είναι η πρώτη, ούτε η μόνη μακροχρόνια στην Ανατολία, η ακκαδική και η αραμαϊκή ήταν αιωνόβιες και δεν εξαφανίστηκαν «αυτόματα» με την έλευση του ελληνικού αλφαβήτου (Σωτηριάδης, 1894). Ούτε υπάρχει πολιτισμική καθαρότητα στον ελληνικό πολιτισμό καθώς «επηρεάστηκε από τους λαούς της Ανατολής» (Παπαρρηγόπουλος, 1886). Τα γραπτά μνημεία της αυτοκρατορίας των Χετταίων (2η χιλιετία π.Κ.Ε.) ανέδειξαν ότι κατοικούσαν στη δυτική Μικρά Ασία πριν τους Έλληνες, με εμφανή τα χεττιτικά μνημεία στους δρόμους Εφέσου-Φώκαιας, Σάρδεων-Σμύρνης και στο όρος Σίπυλο, περιοχές της Ομοσπονδίας που περιλάμβανε οικισμούς που αργότερα έγιναν γνωστοί ως Σμύρνη και Έφεσος (Sartiaux, 1919).
Τέχνες και γλώσσες ταξίδευαν και αναμειγνύονταν. Στην ποίηση του ύστερου 6ου αιώνα υπήρχαν πολλές λυδικές και φρυγικές προτάσεις στην Έφεσο και στις Κλαζομενές καθώς τα δράματα απευθύνονταν στην πολυεθνοτική κοινωνία της εποχής, γράφει καθηγητής-μελετητής των Ιώνων της Αρχαϊκής περιόδου (Crielaard, 1994). Τέτοιες προσεγγίσεις σίγησαν υπό το άχθος της υλοποίησης της Μεγάλης Ιδέας, τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, η διαφοροποίηση της οπτικής γωνίας θα προκαλούσε την κατάρρευση του σκηνικού. Έτσι, Φρύγες, Λύδιοι, Κάρες, Λούβιοι, Λύκιοι και οι άλλοι λαοί, είχαν γίνει Έλληνες υπό την επιρροή τους και τα μνημεία τους ελληνικά, και η Ιστορία δεν έπρεπε να τους μελετά ξεχωριστά, υπήρχε «μια και μόνη φυλή, ομογενής και ενιαία» (Σκαλιέρης, 1922). Στη συγκρουσιακή, και όχι οσμωτική, ιδεολογία της «φυλετικής καθαρότητας» αδιανόητες ήταν για τα έθνη επιδράσεις από άλλες κουλτούρες‧ στην ελληνική περίπτωση θα σήμαινε έκπτωση του αείποτε ηγεμονικού ρόλου της και των κυριαρχικών δικαιωμάτων ως την Άγκυρα.
Σήμερα ευκολότερα κατανοούμε πως παρότι ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός υπήρξε και παρόν, και δημιουργός, η εθνική ταξινόμηση αρχαιοτήτων την προ-εθνική περίοδο είναι αυθαίρετη. Ο συνταγματάρχης Δημήτριος Αμπελάς, που ως λοχαγός επίλεκτου στρατιωτικού σχηματισμού έδρασε στη Μικρά Ασία μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1922, έγραψε για παραλογισμό της προέλασης που επικαλούνταν αρχαιότητες: «κι αν κάποτε Έλληνες είχαν κατοικήσει εδώ, αφού τις τελευταίες χιλιετίες κατοικούν άλλοι λαοί αυτοί έχουν αποκτήσει εθνικά δικαιώματα. Όσο για τα σπασμένα μάρμαρα με ελληνικές επιγραφές και τους ναούς ερειπωμένους, αποτελούσαν ασθενείς δικαιολογίες προς τον μαχόμενο ελληνικό λαό για τη συνέχιση του πολέμου».
Η Κ. Παυλή είναι Δρ Σύγχρονης Ιστορίας, Μεταδιδάκτ. Αποικιοκρατίας Πάντειο Πανεπ/μιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών

