15.5 C
Athens
Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου, 2026

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το Κομπάνι γίνεται ξανά σύμβολο αγώνα και αντίστασης, του Άλεξ Κάντζιας – Ρόντε

Η ταχεία προέλαση των κυβερνητικών δυνάμεων στη βορειοανατολική Συρία κατά τη διάρκεια των τελευταίων εβδομάδων έχει αλλάξει άρδην το γεωπολιτικό χάρτη της χώρας. Είχε προηγηθεί η εκκαθάριση δύο κουρδικών συνοικιών του Χαλεπίου στις 6 Ιανουαρίου, που βρίσκονταν ουσιαστικά υπό καθεστώς αυτοδιαχείρισης τα τελευταία δεκατρία χρόνια. Τώρα οι εκεί σταθμευμένες πολιτοφυλακές υποχρεώθηκαν έπειτα από σφοδρές μάχες να παραδώσουν τις θέσεις τους και να αρχίσουν να υποχωρούν.

Οι υπό κουρδική ηγεσία Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF) είχαν φτάσει (με τη στήριξη των ΗΠΑ) να ελέγχουν για περίπου μία δεκαετία το (πετρελαιοπαραγωγό) ανατολικό τρίτο της επικράτειας της Συρίας. Επρόκειτο όμως για μια συμμαχία των Κούρδων με τοπικές αραβικές φυλές λιγότερο στη βάση πολιτικών πεποιθήσεων και περισσότερο για λόγους σκοπιμότητας. Η περιοχή Ντέιρ εζ-Ζορ ήταν πάντα από τις πιο συντηρητικές περιοχές της Συρίας, με το ρόλο των φυλών να είναι πολύ ισχυρότερος από ότι στο δυτικό κομμάτι της χώρας. Τόσο η κοινωνική δομή όσο και η αραβική διάλεκτος της περιοχής μοιάζουν περισσότερο με εκείνες του κεντρικού Ιράκ παρά με τις αντίστοιχες της δυτικής Συρίας. Κατά τη δεκαετία του 1990 οι πολιτικές συμπάθειες για τον ιρακινό Μπααθισμό υπό τον Σαντάμ Χουσεΐν ήταν ιδιαίτερα ισχυρές, όπως αργότερα και για την τζιχαντιστική εξέγερση στο Ιράκ, της οποίας οι οδοί ανεφοδιασμού διέσχιζαν αυτήν ακριβώς την περιοχή. Ορισμένες από αυτές τις φυλές ήταν από τις πρώτες που συνεργάστηκαν με το «Ισλαμικό Κράτος», αλλά άλλαξαν στρατόπεδο όταν αυτό δεν εξυπηρετούσε πλέον τα συμφέροντά τους. Το γεγονός ότι αυτές οι περιοχές κατακτήθηκαν από τους Κούρδους οφειλόταν κυρίως στην πίεση των Αμερικανών συμμάχων τους, με τις SDF συχνά να γίνονται αντιληπτές περισσότερο ως κατακτητές, παρά ως απελευθερωτές από το Ισλαμικό Κράτος. Και μετά την κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ οι ουσιώδεις λόγοι για αυτή τη συμμαχία ευκαιρίας πλέον δεν υπήρχαν. Ο σουνιτικός ισλαμισμός και ο αραβικός εθνικισμός του νέου καθεστώτος στη Δαμασκό αντιστοιχούν άλλωστε πολύ περισσότερο στην κοσμοαντίληψη τους, από ό,τι ο σοσιαλιστικός φεμινισμός. Γι αυτό και οι ίδιοι οι Κούρδοι παρέμειναν πολύ επιφυλακτικοί ως προς την προώθηση των δικών τους ιδεολογικών θέσεων στην περιοχή. Και η ήττα στο Χαλέπι προφανώς ερμηνεύτηκε από τις αραβικές φυλές, οι οποίες ήταν δυσαρεστημένες εδώ και καιρό με την κυριαρχία της κουρδικής Δημοκρατικής Διοίκησης της Βόρειας και Ανατολικής Συρίας, ως σήμα για εξέγερση.

Βέβαια και ο ρόλος που έπαιξε ο διεθνής παράγοντας σε αυτήν την εξέλιξη δεν είναι αμελητέος. Στη συνάντηση μεταξύ εκπροσώπων της συριακής και της ισραηλινής κυβέρνησης υπό αμερικάνικη επίβλεψη και συμμετοχή και του Τούρκου υπουργού εξωτερικών στις 5-6 Γενάρη στο Παρίσι με αντάλλαγμα την υποστήριξη του αποικιοκρατικού ισραηλινού σχεδίου για τη Γάζα και τον έλεγχο επί της νότιας Συρίας, η Τουρκία εξασφάλισε το ελεύθερο επέμβασης της στα εδάφη μεταξύ του Τίγρη και του Ευφράτη. Οι ΗΠΑ δεν βλέπουν πλέον λόγο για συνέχιση της πολυετούς παρουσίας στρατευμάτων τους στη Συρία και της συνεργασίας τους με τους Κούρδους μαχητές. Αλλά και οι Ευρωπαίοι κοιτάζουν να τα βρουν με τα νέα αφεντικά στη Δαμασκό. Ο γερμανός καγκελάριος Μερτς επεδίωξε να συναντήσει τον Αλ-Σαράα στο Βερολίνο, μια συνάντηση που τελικά δεν πραγματοποιήθηκε: οι διπλωματικές σχέσεις είναι απαραίτητες για να πραγματοποιηθούν οι «μεγάλης κλίμακας απελάσεις» που υπόσχεται. Την ώρα που βομβαρδίζονταν οι κουρδικές συνοικιες του Χαλεπιού η Φον ντε Λάιεν ήταν στη Δαμάσκο, με πολλά δυτικά ΜΜΕ όπως το Spiegel να σπεύδουν να ξεπλύνουν (ξανά) τους τζιχαντιστές, ρίχνοντας την ευθύνη για τις εξελίξεις αποκλειστικά στους Κούρδους «που δεν δείχνουν διάθεση συνεργασίας. Τέλος δεν θα πρέπει να παραβλέπεται και η επιρροή του τουρκικού παράγοντα και οι υποσχέσεις του στις συντηρητικές φυλές ως παράγοντας αυτής της «μεταστροφής».

Η υποχώρηση αυτή έχει οδηγήσει και στην επανεμφάνιση του Ισλαμικού κράτους. Αμέσως μετά την κατάληψη της πρώην πρωτεύουσας του ΙΚ Ράκα από τα κυβερνητικά στρατεύματα σημειώθηκαν φρικαλεότητες εναντίον Κούρδων μαχητών και αμάχων. Σε ένα προάστιο της πόλης υψώθηκε ξανά η μαύρη σημαία, με το ΙΚ να ανακοινώνει ξανά την ίδρυση του χαλιφάτου του. Πολλοί μαχητές των φιλικά προσκείμενων στην κυβέρνηση δυνάμεων φέρουν ανοιχτά τα παλιά τους σύμβολα, άλλωστε διέπονται και από παρόμοια ιδεολογία. Περίπου 1.500 μαχητές του, συμπεριλαμβανομένων υψηλόβαθμων εμίρηδων, έχουν ήδη απελευθερωθεί από τη φυλακή Al-Shaddadi στην επαρχία Hasakah από κυβερνητικά στρατεύματα, εντασσόμενοι σε αυτά. Οι SDF ανακοίνωσαν ότι οι δυνάμεις τους αναγκάστηκαν να αποσυρθούν» από το στρατόπεδο αλ-Χολ «λόγω της διεθνούς αδιαφορίας για το ζήτημα του ISIS». Συνολικά υπάρχουν περισσότερα από 10.000 μέλη του ΙΚ και χιλιάδες ακόμη γυναίκες και παιδιά με δεσμούς με αυτό που κρατούνται σε συριακές φυλακές. Οι Αμερικάνοι έχουν ανακοινώσει ότι λόγω της κατάστασης έως και 7.000 κρατούμενοι θα μπορούσαν να μεταφερθούν σε φυλακές του Ιράκ, δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε όμως ότι η επανεμφάνιση του ΙΚ είναι προς το συμφέρον τους, καθώς δημιουργείται ένας στρατός, ο οποίος μπορεί μελλοντικά να στραφεί ενάντια στις ισχυρές σιιτικές πολιτοφυλακές του Ιράκ, στο Ιράν αλλά ακόμα και στη Κίνα, με τη σύμπραξη και της μουσουλμανικής μειονότητας των Ουιγούρων στα δυτικά της χώρας. Το ότι αυτό μπορεί να οδηγήσει σε νέες τρομοκρατικές επιθέσεις ισλαμιστών στην Ευρώπη είναι απλά μια παράπλευρη απώλεια.

Η κρισιμότητα της κατάστασης ανάγκασε Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις να προβούν σε μια συμφωνία κατάπαυσης του πυρός υπό δυσχερείς όρους. Οι SDF θα αποχωρούσαν ανατολικά του Ευφράτη, παραδίδοντας την διοίκηση των επαρχιών Ντέιρ εζ-Ζορ και Ράκα στην συριακή κυβέρνηση, ενώ και οι πολιτικοί θεσμοί της επαρχίας Χασάκα θα ενσωματώνονταν στους θεσμούς και τις διοικητικές δομές του συριακού κράτους. Η συμφωνία προέβλεπε επίσης την πλήρη ενσωμάτωση του ένστολου προσωπικού των SDF στις δομές των συριακών υπουργείων Άμυνας και Εσωτερικών σε ατομική βάση, σημαντική παραχώρηση των τελευταίων που διεκδικούσαν να διατηρήσουν αρκετές διακριτές μεραρχίες και ταξιαρχίες. Το μόνο που θα απέμεινε στις SDF ήταν μια τοπική αστυνομική δύναμη, χωρίς βαρέα όπλα, για την πόλη του Κομπάνι, αποτελούμενη αποκλειστικά από κατοίκους της περιοχής, η οποία θα υπαγόταν στο Υπουργείο Εσωτερικών της Συρίας. Οι SDF δεσμεύτηκαν επίσης να απομακρύνουν από τις τάξεις τους όλους τους μη Σύριους ηγέτες και τα μη Σύρια μέλη του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν (PKK). Η διοίκηση των φυλακών και των στρατοπέδων που στεγάζουν οικογένειες μαχητών του ISIS θα μεταβιβαζόταν στην κεντρική κυβέρνηση, που θα αναλάμβανε επίσης τον έλεγχο όλων των συνοριακών περασμάτων και των πεδίων πετρελαίου και φυσικού αερίου της περιοχής, κάτι που θα έσπαζε την οικονομική ραχοκοκαλιά της αυτόνομη διοίκησης.

Το συριακό κράτος από την άλλη δεσμεύτηκε να «συνεχίσει τον αγώνα κατά της τρομοκρατίας (ISIS) για να διασφαλίσει την ασφάλεια και τη σταθερότητα της περιοχής» και να εργαστεί για μια συμφωνία για την ασφαλή και αξιοπρεπή επιστροφή των κατοίκων του Αφρίν και των κουρδικών συνοικιών του Χαλεπίου. Δεν γινόταν καμία αναφορά στην αυτοδιοίκηση ή στα εθνοτικά δικαιώματα. Αντίθετα, η συμφωνία αναπαρήγαγε ένα αιφνιδιαστικό διάταγμα του Σάραα που ορίζει τα κουρδικά ως «εθνική», αλλά όχι ως επίσημη, γλώσσα, αναγνωρίζοντας παράλληλα το Νεβρόζ (την κουρδική Πρωτοχρονιά της 21ης Μαρτίου) ως αργία και δίνοντας την υπόσχεση αποκατάστασης όσων Κούρδων αποπολιτογραφήθηκαν κατά την προβληματική απογραφή του 1962.

Μια πλήρης εφαρμογή αυτής της συμφωνίας πιθανότατα θα σηματοδοτούσε το οριστικό τέλος των ελπίδων των Κούρδων της Συρίας για πολιτική αυτονομία και θα αποτελούσε μια τεράστια πολιτική νίκη για τον Σάραα και για την επιδίωξη του να επεκτείνει την κυριαρχία του σε όλη τη χώρα. Παρατηρητές πάντως επισημαίνουν ότι πολλές από αυτές τις διατάξεις θα χρειάζονταν μήνες, αν όχι χρόνια, για να εφαρμοστούν. Ωστόσο, αυτή η συμφωνία δεν τηρήθηκε και η αραβική προέλαση συνεχίστηκε. Λόγω της κατάστασης ξεκίνησαν άμεσα νέες διαπραγματεύσεις, οι οποίες οδήγησαν στην ανακοίνωση μιας νέας τετραήμερης κατάπαυσης του πυρός, ουσιαστικά με τους ίδιους όρους. Με τη διαφορά ότι στους Κούρδους έχει δοθεί τώρα μια σύντομη περίοδος για να διαβουλευτούν και να προετοιμαστούν για την παράδοση. Σε σύγκριση με την επικείμενη κατάκτηση κουρδικών χωριών και πόλεων, ωστόσο, μια τέτοια συμφωνία ίσως αποτελεί το μικρότερο από τα δύο κακά, γλιτώνοντας, προς το παρόν, τον άμαχο πληθυσμό από μια σφαγή παρόμοια με αυτές που βίωσαν πέρσι οι Αλαουίτες και οι Δρούζοι.

Σε ιδιαίτερο κίνδυνο βρίσκεται αυτή τη στιγμή το Κομπάνι. Η κατάσταση που επικρατεί στην πόλη-σύμβολο της αντίστασης ενάντια στο Ισλαμικό Κράτος είναι δραματική, καθώς έχει αποκοπεί, όπως και πριν από δώδεκα χρόνια, από την υπόλοιπη επαρχία της Τζαζίρα, απέχοντας περίπου 200 χιλιόμετρα από το βασικό προπύργιο των Κούρδων στη βορειοανατολική Συρία. Υπό τον φόβο των σφαγών μεγάλος αριθμός προσφύγων από τα γύρω χωριά έχει καταφύγει στη πόλη, που είναι χωρίς ηλεκτρικό, νερό, ίντερνετ και καύσιμα, με την κατάσταση να επιδεινώνεται από το χιόνι.

Για τους Κούρδους -οι οποίοι εξακολουθούν να έχουν δεκάδες χιλιάδες μαχητές- είναι πλέον θέμα υπεράσπισης της ίδιας τους της ύπαρξης. Αν το Κομπάνι και η Ροζάβα πέσουν, το κόστος θα είναι δυσβάστακτο, αν καταφέρουν να αντισταθούν, οι Κούρδοι θα καθιερωθούν ως περιφερειακοί παράγοντες, κατοχυρώνοντας το δικαίωμα να συμβάλουν στη διαμόρφωση του μέλλοντος της «Μέσης Ανατολής». Δεδομένου του διακυβεύματος παρατηρείται αυτή τη στιγμή μεγάλη κινητοποίηση των κουρδικών μειονοτήτων όλων των γειτονικών χωρών αλλά και της μεγάλης διασποράς. Εθελοντές περνάνε τα σύνορα και πολλά κουρδικά κόμματα, συχνά έως τώρα εχθρικά μεταξύ τους, δηλώνουν έτοιμα να στείλουν τους μαχητές τους, όπως το κόμμα της Ελευθερίας του ιρανικού Κουρδιστάν (PAK), που έχει ήδη πολεμήσει εναντίον του ISIS στο Ιράκ σε συνεργασία με το Δημοκρατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (KDP). Μέλη μέλη μιας αντιτρομοκρατικής μονάδας από την περιοχή που ελέγχεται από την Πατριωτική Ένωση του Κουρδιστάν (PUK) στο ιρακινό Κουρδιστάν βρίσκονται ήδη στη Ροζάβα. Αλλά και οι πολιτοφυλακές άλλων μειονοτήτων (Χριστιανών, Αραμαίων, Αρμενίων) και μεγάλο μέρος του πληθυσμού που έχει εκπαιδευτεί στην αυτοάμυνα έχουν πάρει τα όπλα, στα πλαίσια της γενικής επιστράτευσης που κήρυξε η Αυτόνομη Διοίκηση. Διαδηλώσεις αλληλεγγύης προς τους Σύριους Κούρδους πραγματοποιήθηκαν σε όλο το Κουρδιστάν.

Οι εξελίξεις στη Συρία έχουν άρα επιπτώσεις σε όλες τις γειτονικές χώρες. Οι αναταραχές των τελευταίων εβδομάδων στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν εξαιτίας της βαθιάς οικονομικής κρίσης συνέπεσαν με εθνοτικές εντάσεις στο βορειοδυτικό τμήμα της χώρας, όπου κυριαρχούν οι Κούρδοι. Οι ιρανικές δυνάμεις ασφαλείας απάντησαν με βίαιες επιδρομές σε κουρδικές περιοχές όπως το Ροτζελάτ, κατηγορώντας κουρδικές ομάδες για «υποκίνηση τρομοκρατίας». Στην Τουρκία όπου μετά την περσινή αυτοδιάλυση του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (PKK) και δεκαετίες ένοπλου αγώνα επιχειρείται η ειρηνική επίλυση του κουρδικού ζητήματος οι εξελίξεις στη Συρία μπορεί να τορπιλίσουν τη διαδικασία αυτή. Ο Ερντογάν ακόμα χρειάζεται τις ψήφους του κουρδικού στοιχείου, αλλά αυτή η δεξαμενή ψήφων μπορεί να μειωθεί δραματικά, οδηγώντας ακόμα και τις συντηρητικότερες μερίδες του κουρδικού στοιχείου να τον αποστραφούν. Παράλληλα η εν εξελίξει ριζοσπαστικοποίηση των Κούρδων ενδέχεται να στραφεί και ενάντια στο DEM και τον Οτσαλάν, λόγω των αδιεξόδων της συναινετικής τους στάσης το προηγούμενο διάστημα. Και καθώς το όνειρο της δημιουργίας μιας αντιεθνικιστικής, πολυεθνοτικής, αναρχικής ομοσπονδίας στη βόρεια Συρία έχει διαλυθεί, το εθνικοαπελευθερωτικό στοιχείο του αγώνα τους να βγαίνει ξανά στο προσκήνιο.

Με την καθαρά τακτική συμμαχία των Κούρδων με την Ουάσινγκτον να φτάνει στο αναπόφευκτο τέλος της, όλα τα μάτια πρέπει να στραφούν ξανά προς την βορειοανατολική Συρία. Η διεθνής αλληλεγγύη προς τον μαχόμενο κουρδικό λαό μπορεί και πρέπει να αναγκάσει τις κυβερνήσεις της Δύσης να σταματήσουν να ενισχύουν όσους βάζουν φωτιά στην περιοχή.

 

 

 

 

 

 

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ