15.5 C
Athens
Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου, 2026

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΔΗΠΕΘΕ υπό ασφυξία, της Όλγας Μοσχοχωρίτου

Είναι γνωστό σε όλους ότι εδώ και πολλά χρόνια τα ΔΗΠΕΘΕ (Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα) φυτοζωούν όχι από έλλειψη καλλιτεχνών που επιθυμούν να εργαστούν και να δημιουργήσουν στην περιφέρεια, ούτε ελλείψει ενδιαφέροντος του κοινού. Φυτοζωούν λόγω έλλειψης κρατικής στήριξης και επιχορήγησης. Εν μέσω λοιπόν της γενικής κρατικής υποχρηματοδότησης , προσπαθούν να επιβιώσουν αυτά τα Δημοτικά Θέατρα μόνο με την χρηματοδότηση των Δήμων και το εισιτήριο των δημοτών.

Φέτος κατά την περίοδο των γιορτών, βρέθηκα στην Πάτρα και την Καλαμάτα, όπου και παρακολούθησα τρείς θεατρικές παραγωγές.

Στο ΔΗ.ΠΕΘΕ Πάτρας παρακολούθησα  στην Κεντρική του Σκηνή (Θέατρο Μπάρρυ – μία πολύ όμορφη και ατμοσφαιρική σκηνή στις παλιές σταφιδαποθήκες του Μπάρρυ), το έργο του Ευγένιου Ο’ Νηλ  Ταξίδι μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα, σε σκηνοθεσία Γιώργου Ζαμπουλάκη.

Ένα έργο από τον πατέρα του αμερικάνικου θεάτρου, γραμμένο το 1912 και για το οποίο  ο συγγραφέας ζήτησε να παιχτεί 25 χρόνια μετά τον θάνατό του, επειδή προφανώς επρόκειτο για ένα πλήρως αυτοβιογραφικό κείμενο. Ο συγγραφέας σ’ αυτό το έργο αποκαλύπτει την οικογενειακή του ζωή, το δράμα της ενηλικίωσής του εν μέσω μιας άκρως προβληματικής οικογένειας που όμως επέμενε να κρατά τα προσχήματα μιας μεσοαστικής αμερικανικής τάξης.

Γι’ αυτό το έργο κέρδισε το 1957, ήτοι  μετά το θάνατό του  (πέθανε το 1953), το 4ο του βραβείο Πούλιτζερ.

Η οικογενειακή του ιστορία είχε πράγματι πολλά στοιχεία δράματος: Η μητέρα του έκανε χρήση ναρκωτικών ουσιών. Ο πατέρας του, ηθοποιός αλλά τσιγγούνης τόσο στα χρήματα όσο και τα συναισθήματα, νοιαζόταν μόνο για το χρήμα και όχι για τις ουσιαστικές συνθήκες ανάπτυξης και τη ζωή των δύο γιων του. Ο πρωτότοκος γιος, αυτοκαταστροφικός χαρακτήρας, έβρισκε παρηγοριά στο ποτό και τις πόρνες, πάθη στα οποία ώθησε και τον αδερφό του.

Σ’ αυτό το έργο – εξομολόγηση, παρακολουθούμε το χρονικό της καταβύθισης των ηρώων στα σκοτάδια τους, σε μια διαδικασία πένθους και απώλειας αλλά και ελπίδας να ξεφύγουν από τα πάθη τους και να ξαναβρεθούν μεταξύ τους.

Παρακολουθούμε μια καλοκαιρινή μέρα στο εξοχικό σπίτι της οικογένειας Ταϊρόν με όλη την οικογένεια παρούσα… Καθώς η μέρα προχωρά και πέφτει το σκοτάδι, οι χαρακτήρες ξεγυμνώνονται, επακολουθεί ένας κύκλος κατηγοριών, ενοχών αλλά και νοσταλγίας. Μία απέλπιδα προσπάθεια να βγουν στην επιφάνεια. Μία αίσθηση πνιγμού τους ακολουθεί…

Φυσικά κεντρικό ρόλο παίζει η …μητέρα. Όλα τα πρόσωπα μοιάζουν να την αναζητούν, πρόκειται για μια μητέρα απούσα για τους άλλους, ίσως όμως η  μόνη παρούσα για τον εαυτόν της.

Το έργο ανέβηκε σε ρέουσα μετάφραση Χριστόφορου Βογιατζή που συνοδεία ενός οξύ ήχου, σχεδιασμένου από τον  Χρύσανθο Χριστοδούλου, ακολουθούσε το λόγο, ο οποίος πλέον ακουγόταν σα να γδέρνει  τα σώματα και αυτό το ηχητικό περιβάλλον θεωρώ πως αποτελούσε και τη βασική σκηνοθετική άποψη του Γιώργου Ζαμπουλάκη. Βοηθητική σ’ αυτό και η συμβολή του Νίκου Σωτηρόπουλου στο σχεδιασμό των ατμοσφαιρικών φωτισμών. 

Οι πρωταγωνιστές του έργου λοιπόν μιλούν και τα λόγια τους γδέρνουν το κορμί το δικό τους και των άλλων, ξύνοντας πληγές, σα να θέλουν να απαλλαγούν από κάτι άρρωστο που τους μολύνει. Ολος ο θίασος επιτελεί αυτόν ακριβώς το στόχο (Βασίλης Κόκκαλης – Τζέιμς Τάιρον, Βαγγέλης Παπαγιαννόπουλος – Τζέιμς Ταϊρόν Τζούνιορ, Δημήτρης Καρακούσης – Έντμοντ Ταϊρόν, Γεωργία Μυλωνά – Καθλίν)

Η Θεοδώρα Σιάρκου είναι η απούσα μητέρα. Η αισθαντική, οπιομανής  Μαίρη Καβάν Ταϊρόν. Η καλή ηθοποιός, επιβλητική στη σκηνή, προσπαθεί να επιβάλλει την παρουσία – απουσία της, στην οικογένειά της, χωρίς ρωγμές, την ιδια στιγμή που το σώμα της και οι επιθυμίες της την προδίδουν.

Μια συνολικά αξιόλογη παράσταση.

Υ.Γ1. Το ΔΗΠΕΘΕ της Πάτρας παραμένει, για ανεξήγητους λόγους ακέφαλο από καλλιτεχνικό διευθυντή μετά την παραίτηση του Γιάννη Καλατζόπουλου.

Είμαι σε θέση να γνωρίζω το ενδιαφέρον που έχουν εκδηλώσει για τη θέση από πολλούς άξιους καλλιτέχνες, σκηνοθέτες και επιστήμονες του θεάτρου. Τί, ή ποιος κρατά τα γκέμια και εμποδίζει το ΔΗΠΕΘΕ της Πάτρας με την τόση ιστορία να λάμψει;.

Υ.Γ2.-  Το Μακρύ ταξίδι της μέρας μέσα στη νύχτα (πρωτότυπος τίτλος Long Day’s Journey into Night) μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο  σε σκηνοθεσία Σίντνεϊ Λιουμέτ, το σενάριο της ταινίας είναι αυτούσιο το αυθεντικό κείμενο του  έργου. Πρωταγωνιστούν οι Κάθριν ΧέπμπορνΡαλφ ΡίτσαρντσονΤζέισον Ρόμπαρντς και Ντιν Στόκγουελ.

Μόνον δύο λόγοι

Έτσι τιτλοφορείται η παράσταση του ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας που δίδεται στο Μέγαρο Χορού Καλαμάτας (ένα πλούσιο κτιριο με σκηνή και παρασκήνια με πολλές δυνατοτητες) και περιλαμβάνει τον «Επικήδειο» του Ιάκωβου Καμπανέλλη (1992) και το  «Ο ουρανός κατακόκκινος» (1998) της Λούλας Αναγνωστάκη. Κατ’ αρχάς δεν βρήκα κάποια εσωτερική λογική στο συνδυασμό δύο εξαιρετικών  αλλά διαφορετικών μονοπράκτων, εκτός του γεγονότος ότι έχουν γραφεί από δυο κορυφαίους θεατρικούς συγγραφείς της χώρας μας. Και φυσικά αυτό που επίσης τους συνδέει είναι ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος αλλά κυρίως ο μεταπολεμικός κόσμος  της νεότητας και ωριμότητάς τους που και οι δύο γνωρίζουν και αφουγκράζονται βαθιά. Και σ’ αυτό έχει δίκιο ο σκηνοθέτης της παράστασης Μάνος Καρατζογιάνης που σημειώνει στο πρόγραμμα της παράστασης: «Θεματική των έργων τους η μοναξιά, η ενοχή, τα τραύματα και τα αδιέξοδα του Έλληνα των μεταπολεμικών χρόνων, το νέο αστικό τοπίο, οι εθνικές και προσωπικές μας διαψεύσεις. Αν η πνευματική καταγωγή του Καμπανέλλη, όπως την ορίζει ο ίδιος σε συνέντευξή του είναι το στρατόπεδο, εννοώντας το Μαουτχάουζεν, η πνευματική αφετηρία της Αναγνωστάκη είναι σίγουρα ο εμφύλιος, μια και υπάρχει ως ιστορική αναφορά σχεδόν στο σύνολο της δραματουργίας της» Από κεί και πέρα βέβαια, «ο καθείς και τα όπλα του».

Ο Φίλιππος Σοφιανός, καλλιτεχνικός Διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ, ερμηνεύει τον «συγγραφέα» στον «Επικήδειο». Ο «Επικήδειος» (1992) είναι ένα σαρκαστικό μονόπρακτο του Ιάκωβου Καμπανέλλη το οποίο θυμίζει οικεία κακά και κλείνει το μάτι στο ίδιο του το συνάφι και το οποίο πρωτοπαρουσιάστηκε το 1992 στο θέατρο «Στοά» από τον Θανάση Παπαγεωργίου. Αποτελεί μέρος της τριλογίας μονολόγων «Τρεις σε Μοναξιά». Το έργο πραγματεύεται τη μεταθανάτια δόξα, τον φόβο του θανάτου και την υστεροφημία, μέσω ενός συγγραφέα που ζηλεύει τη μεγαλοπρέπεια της κηδείας ενός συναδέλφου του.    Έως εκεί φτάνει το μονόπρακτο και δεν νομίζω ότι ο συγγραφέας ήθελε κάτι παραπάνω. Ο Φίλιππος Σοφιανός προσπάθησε να δείξει τον γηραλαίο ναρκισσισμό του συγγραφέα, γεγονός που είχε όντως μια κάποια επιτυχία.

Το επόμενο όμως μονόπρακτο, «Ο ουρανός κατακόκκινος» είναι ένα σπαρακτικό κείμενο της Λούλας Αναγνωστάκη. Ένα έργο γραμμένο τη δεκαετία του ΄90 (1998), μετά την πτωση του τείχους και την κατάρρευση των τότε  «σοσιαλιστικών» χωρών. Πρωταγωνιστεί σιωπηλά η χαμένη επανάσταση μιας γενιάς που ονειρεύτηκε έναν καλύτερο κόσμο και πάλεψε για την κοινωνικοπολιτική πραγματοποίησή της, πληρώνοντας βαρύ τίμημα. Μην ξεχνάμε πως η Αναγνωστάκη είναι αδερφή του ποιητή Μανώλη Αναγνωστάκη που πέρασε τα νιάτα του στις φυλακές και τις εξορίες.

Ρέκβιεμ λοιπόν για τους επαναστάτες, για έναν όμορφο κομμουνιστή, το Χριστάκη, που ο απόγονός του όχι μόνο δεν του έμοιασε στην εύμορφη εμφάνιση, αλλά κατέληξε φυλακισμένος και μπλεγμένος σε trafficking.  Μια γενιά που ήρθε τελικά αντιμέτωπη με τη φθορά, την ήττα, τη μοναξιά. Γιατί σε ποια ζωή να ζήσεις έτσι που κατάντησε γκρίζα,  προετοιμασμένος καθώς ήσουν και ετοιμοπόλεμος για τη δόξα και τη νίκη; Ο υπαινικτικός και αμφίσημος λόγος της Αναγνωστάκη μοιάζει σαν απολογισμός της ζωής της δικιάς της και της γενιάς της. Η αλκοολική, καθηγήτρια Γαλλικής γλώσσας Σοφία Αποστόλου, αναλαμβάνει να κάνει το δικό της 1917, τη δική της προσωπική επανάσταση, πέρα από τον καθολικό καθωσπρεπισμό και τη μικροαστική ηθική. Αγναντεύοντας από την ταράτσα του μικρού δώματος που αγόρασε, το δειλινό, τον ουρανό κατακόκκινο, απέναντι από τις φυλακές Κορυδαλλού. Εκεί που εκτίει την ποινή του ο άχαρος αλλά πραγματικός της γιός. Ειρωνική, ποιητική και έμπλεη ενός δικού της πάθους, γίνεται η δική της εκδοχή του πένθους και της γκρίζας σύγχρονης ζωής, την οποία όμως έχεις την επιλογή  του πώς θα την αντιμετωπίσεις. Με αξιοπρέπεια και περηφάνεια, μας λέει η Σοφία Αποστόλου η αλκοολική καθηγήτρια Γαλλικών.

Η Ελένη Γερασιμίδου είναι καλή ηθοποιός με μεγάλη εμπειρία. Διαθέτει τη δική της  σαρκαστική μελαγχολική ερμηνεία ακόμα και στις κωμωδίες που έχει λάβει μέρος.  Όμως παραπέμπει σε λαϊκή φιγούρα. Στη γυναίκα της διπλανής πόρτας, στην κλασσική μανούλα. Και όχι, δεν είναι σε καμμία περίπτωση η μεσοαστή Σοφία Αποστόλου, προσωπικότητα με ρωγμές αλλά μια δική της απρόσμενη εσωτερική δύναμη. Το δικό της μαύρο χιούμορ δεν έχει σχέση με το ζωογόνο λαϊκό γέλιο και την κοροϊδευτική στάση μιας λαϊκής μαχόμενης γυναίκας απέναντι στην κοινωνία και την κατάρρευση των ιδεολογιών. Η Σοφία Αποστόλου είναι μια ποιητική μορφή, όχι μια καπάτσα γυναίκα. Νομίζω πως ούτε η ίδια η Ελένη Γερασιμίδου «κατανοεί» την ηρωίδα της. Ίσως το μέσα της να απωθεί και τη στάση ζωής της και την ιδεολογία της. Και η υψωμένη γροθιά του τέλους (είχαν αφαιρεθεί από το κείμενο πολλά κομμάτια του για λόγους που δεν γνωρίζω) καταδείκνυε μια ρεαλιστική κοινωνική επανάσταση που ίσως και να επίκειται (κατά την ερμηνεία), παρά την εσωτερική επανάσταση της Σοφίας Αποστόλου.

 

«Τρομάρας» του Γ. Βυζυηνού

Παρακολουθήσαμε ομοίως την  Παιδική Σκηνή του Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου Καλαμάτας στο αριστούργημα του Γ. Βιζυηνού «Τρομάρας» σε θεατρική διασκευή και σκηνοθεσία του Θωμά Γκαγγά. Το έργο γράφτηκε το 1884 και θεωρείται ως το πρώτο λογοτεχνικό έργο για παιδιά. Πριν  142 χρόνια, γράφτηκε ένα  πρωτοποριακό, τρυφερό έργο για τον παιδικό εκφοβισμό, αυτό που σήμερα λέμε bullying. Μιλάει για το φόβο ως ένα φυσιολογικό συναίσθημα και για το θάρρος που δεν είναι τίποτε άλλο από την εξυπνάδα ως τρόπου υπέρβασης του φόβου.

Η σκηνοθεσία είδε το έργο ως ένα γλυκό ονειρικό παραμύθι, με χιούμορ, ομορφιά και αγάπη. Σοφία και αποδοχή και συμπερίληψη. Τα ευφάνταστα σκηνικά και κοστούμια, τα χρώματα, το τραγούδι κι η μουσική μαζί με τις εξαιρετικές ερμηνείες όλων των συντελεστών, έφτιαξαν μια χειροποίητη αισθαντική παράσταση σαν ζωγραφιά. Οι ερμηνείες των ηθοποιιών εξαιρετικές.

(Κωνσταντίνος Αδαμόπουλος,  ο έμπειρος και πολυτάλαντος στις μεταμφιέσεις του Γιάννης Κοτσαρίνης, η αέρινη σα νεραϊδούλα  Γιώτα Μηλίτση και ο Άρης Τσαμπαλίκας).

Συντελεστές
Διασκευή, σκηνοθεσία, φωτισμοί: Θωμάς Γκαγκάς
Σκηνικά – Κοστούμια: Τότα Πρίτσα
Μουσική σύνθεση: Φίλιππος Σαραντόπουλος
Κίνηση – χορογραφία: Βάσια Αναγνωστοπούλου

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ