16.2 C
Athens
Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου, 2026

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Οι ακροδεξιοί έχουν πλάκα, η ακροδεξιά, πάλι, όχι: o μαρξισμός απέναντι στον ανορθολογισμό, του Νίκου Δαμιανάκη

Εισαγωγή

Στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, η παρατεταμένη οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική κρίση του καπιταλιστικού συστήματος έχει διαμορφώσει ένα σύνθετο πεδίο ιδεολογικών συγκρούσεων, στο οποίο η επιστήμη, η θρησκεία και η πολιτική ιδεολογία αλληλο-διαπλέκονται με ένταση. Η χρηματοπιστωτική κατάρρευση του 2009, η μακρόχρονη λιτότητα, η αποδιάρθρωση της εργασίας, η μαζική ανεργία και η φτωχοποίηση μεγάλων κοινωνικών στρωμάτων παρήγαγαν όχι μόνο υλική ανασφάλεια, αλλά και βαθιά κρίση νοήματος. Η πανδημία Covid-19 και οι διαδοχικές παγκόσμιες κρίσεις ενίσχυσαν περαιτέρω την αίσθηση αδυναμίας ελέγχου της κοινωνικής και φυσικής πραγματικότητας.

Σε αυτό το πλαίσιο, παρατηρείται η ενίσχυση των ανορθολογικών μορφών σκέψης, του θρησκευτικού δογματισμού και των αντιεπιστημονικών αφηγήσεων, με ιδιαίτερη αιχμή την αμφισβήτηση της δαρβινικής θεωρίας της εξέλιξης. Σε αυτό το άρθρο γίνεται προσπάθεια να προσεγγιστεί το φαινόμενο αυτό μέσα από τη μαρξιστική θεωρητική παράδοση, η οποία αντιλαμβάνεται την ιδεολογία όχι ως ένα αυτόνομο πνευματικό φαινόμενο, αλλά ως μια κοινωνική κατασκευή ιστορικά καθορισμένων υλικών σχέσεων. Ο στόχος είναι να αναλυθεί η σχέση της καπιταλιστικής κρίσης, του ανορθολογισμού, της αντιδραστικής ιδεολογίας και της επιστήμης, με έμφαση στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα και στη λειτουργία της άκρας δεξιάς.

 

Οι καπιταλιστικές κρίσεις και η ιδεολογική ανάδυση του ανορθολογισμού

Η ελληνική κοινωνία των τελευταίων δεκαετιών βιώνει μια δομική κρίση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, επιταχυνόμενη από νεοφιλελεύθερες πολιτικές απορρύθμισης της εργασίας και συρρίκνωσης του κοινωνικού κράτους. Οι υλικές αυτές συνθήκες δεν παράγουν μόνο φτώχεια και επισφάλεια, αλλά συγκροτούν και ένα ιδεολογικό περιβάλλον όπου η επιστημονική γνώση αμφισβητείται, ενώ μεταφυσικές και συνωμοσιολογικές ερμηνείες προσφέρουν φαινομενικά συνεκτικές απαντήσεις σε σύνθετα κοινωνικά φαινόμενα.

Η αναβίωση του ανορθολογισμού συνδέεται άμεσα με την αποξένωση των μαζών από τα μέσα παραγωγής και από τις διαδικασίες παραγωγής γνώσης. Όπως επισημαίνουν ο Μαρξ και ο Ένγκελς, η αλλοτρίωση δεν αφορά μόνο την εργασία, αλλά και τη συνείδηση. Δηλαδή, οι κοινωνικές δυνάμεις εμφανίζονται στους ανθρώπους ως εξωτερικές, ανεξέλεγκτες και συχνά «φυσικές» ή «θεϊκές». Σε περιόδους κρίσης, αυτή η εμπειρία εντείνεται και ευνοεί την προσφυγή σε ιδεολογίες που υπόσχονται σταθερότητα, τάξη και νοηματική ασφάλεια.

Η αμφισβήτηση της επιστήμης, και ειδικότερα της δαρβινικής θεωρίας της εξέλιξης, αποτελεί κεντρική έκφραση αυτής της δυναμικής. Η θεωρία της εξέλιξης συνιστά θεμελιώδη υλιστική κατάκτηση, εδραιωμένη σε  δεδομένα απολιθωμάτων, συγκριτική ανατομία, γενετική και μοριακή βιολογία. Παρ’ όλα αυτά, στην ελληνική κοινωνία αντιμετωπίζεται συχνά ως «αμφιλεγόμενη άποψη» ή ως απειλή προς τη θρησκευτική και εθνική ταυτότητα. Κοινωνιολογικές έρευνες καταγράφουν υψηλά ποσοστά δυσπιστίας προς την εξέλιξη, ιδιαίτερα σε περιόδους αυξημένης οικονομικής ανασφάλειας.

Από τη μαρξιστική σκοπιά, η αντιεπιστημονική στάση δεν αποτελεί απλώς γνωστικό έλλειμμα, αλλά μια κοινωνικά προσδιορισμένη ιδεολογική πρακτική. Η επιστήμη, όταν αποσπάται από τη συλλογική εμπειρία και παρουσιάζεται ως ιδιοκτησία των ελίτ, βιώνεται από τις λαϊκές τάξεις ως ξένη και απειλητική. Ο ανορθολογισμός λειτουργεί έτσι ως ιδεολογικός μηχανισμός άμυνας απέναντι στην εμπειρία της κοινωνικής αδυναμίας.

 

Η αντι-δαρβινική ρητορική της άκρας δεξιάς

Η σύγχρονη ελληνική άκρα δεξιά υιοθετεί συστηματικά μια αντι-δαρβινική και αντιεπιστημονική ρητορική, η οποία δεν αποτελεί μια απλή θρησκευτική επιλογή, αλλά οργανικό στοιχείο της πολιτικής της στρατηγικής.

Παραδείγματα πολιτικών σχηματισμών και προσώπων που απορρίπτουν τη θεωρία της εξέλιξης υπέρ της κυριολεκτικής ερμηνείας της Γένεσης (π.χ ο Νατσιός και άλλοι τόσοι «πατριώτες» που παίρνουν ψήφους «από τα Μοναστήρια») αποκαλύπτουν μια συνεκτική ιδεολογική γραμμή, όπου ο εθνικισμός, ο θρησκευτικός δογματισμός και ο αντι-επιστημονισμός συνυφαίνονται.

Η αντι-δαρβινική ρητορική αρθρώνεται γύρω από τρεις βασικούς άξονες. Αρχικά την υπεράσπιση της ιδέας του ανθρώπου ως θεϊκά προκαθορισμένου και ιεραρχικά ανώτερου. Την απόρριψη της κοινής καταγωγής των ειδών, διότι η κοινή καταγωγή των ειδών υπονομεύει τις αφηγήσεις φυλετικής ή εθνικής ανωτερότητας. Τέλος, την καχυποψία προς την επιστημονική συναίνεση, η οποία παρουσιάζεται ως εργαλείο των «κοσμοπολίτικων» ελίτ.

Η μαρξιστική ανάλυση αναδεικνύει την ταξική βάση αυτής της στάσης. Η άκρα δεξιά αντλεί σημαντική στήριξη από μικροαστικά στρώματα που βιώνουν την κοινωνική καθοδικότητα και την απώλεια συμβολικού κύρους. Για τα στρώματα αυτά, η επιστήμη —και ειδικά η εξελικτική θεωρία— λειτουργεί αποσταθεροποιητικά, καθώς αποδομεί παγιωμένες ιεραρχίες και φυσικοποιημένες ανισότητες. Η θρησκευτική και αντιεπιστημονική αφήγηση προσφέρει, αντίθετα, μια αίσθηση βεβαιότητας και τάξης.

Η άρνηση της εξέλιξης δεν συνιστά λοιπόν ατομική άγνοια, αλλά συλλογική ιδεολογική στρατηγική. Μετατοπίζει την κοινωνική οργή από τις υλικές σχέσεις εκμετάλλευσης προς αφηρημένους «εχθρούς», όπως η επιστημονική κοινότητα ή ο «εκφυλισμένος δυτικός πολιτισμός». Έτσι, η ταξική σύγκρουση συγκαλύπτεται και αντικαθίσταται από πολιτισμικές και θρησκευτικές αντιπαραθέσεις.

 

Η κοινωνική αποστροφή προς την επιστήμη και οι μαζικές της συνέπειες

Η κοινωνική αποστροφή προς την επιστήμη στην ελληνική κοινωνία από το 2010 έως σήμερα δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο, αλλά ιστορικά προσδιορισμένη έκφραση βαθύτερων κοινωνικών αντιφάσεων. Η περίοδος της καπιταλιστικής κρίσης, των μνημονίων και της γενικευμένης επισφάλειας αποδιάρθρωσε όχι μόνο τις υλικές συνθήκες ζωής των λαϊκών στρωμάτων, αλλά και τους μηχανισμούς κοινωνικής νοηματοδότησης. Σε αυτό το πλαίσιο, η επιστημονική γνώση, αντί να γίνεται αντιληπτή ως συλλογικό κοινωνικό προϊόν, εμφανίζεται συχνά ως εξωτερική, ελιτίστικη και καταπιεστική δύναμη, συνδεδεμένη με κρατικές πολιτικές, τεχνοκρατική διαχείριση και μηχανισμούς εξουσίας. Η υποτίμηση της δαρβινικής θεωρίας και η επιμονή σε θρησκευτικές ή ψευδοεπιστημονικές ερμηνείες της φύσης αποτελούν χαρακτηριστική όψη αυτής της τάσης, η οποία δεν περιορίζεται στη βιολογία, αλλά επεκτείνεται συνολικά στη στάση απέναντι στην επιστημονική μεθοδολογία.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα κοινωνικής αποστροφής προς την επιστήμη εμφανίστηκαν έντονα κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19. Βέβαια, χρειάζεται να τονίσουμε εδώ πως, η (λόγω καπιταλισμού) κυρίαρχη, αγοραία/εμπορευματική αντίληψη της επιστήμης και της ιατρικής στην πανδημία (μέσω του lobbing και όχι μόνο)  έδωσαν ένα ισχυρό πάτημα στην άκρα δεξιά να «βάλλει» κατά των επιστημονικών επιτευγμάτων και να πείθει σημαντικό μέρος του λαού (γιατί τα ΜΜΕ την ακροδεξιά προέβαλαν ως «αντίπαλο δέος»). Χωρίς ταυτόχρονα η ίδια, η άκρα δεξιά, να προτείνει μια εναλλακτική διαχείριση της πανδημίας πχ. την ανάπτυξη της δημόσιας Π.Φ.Υ ή την ίδρυση και ανάπτυξη κρατικής βιομηχανίας ιατροφαρμακευτικού υλικού. Μια ανορθολογική κριτική εκ του ασφαλούς και άνευ εναλλακτικής πρότασης, η οποία βόλευε στο έπακρο την Κυβέρνηση της ΝΔ.

Η διάδοση θεωριών συνωμοσίας, όμως, σχετικά με τα εμβόλια, τα δίκτυα 5G ή την «κατασκευή» του ιού, η άρνηση βασικών μέτρων δημόσιας υγείας και η αμφισβήτηση της ιατρικής γνώσης δεν ήταν απλώς αποτέλεσμα άγνοιας, αλλά κοινωνικά παραγόμενα φαινόμενα. Αντίστοιχες στάσεις είχαν ήδη εκδηλωθεί νωρίτερα, όπως στην άρνηση της κλιματικής αλλαγής, στη δυσπιστία απέναντι στη σεισμολογία μετά από μεγάλους σεισμούς ή στην απόρριψη περιβαλλοντικών επιστημονικών πορισμάτων που έρχονταν σε σύγκρουση με τοπικά ή οικονομικά συμφέροντα. Η κοινή συνισταμένη αυτών των φαινομένων είναι η μετατροπή της επιστήμης σε «εχθρό», ακριβώς επειδή αποκαλύπτει υλικές αιτίες και κοινωνικές ευθύνες.

Η μαρξιστική θεωρία επιτρέπει την κατανόηση αυτής της στάσης ως μορφής ιδεολογικής αλλοτρίωσης. Οι λαϊκές μάζες, αποκλεισμένες από τη διαδικασία παραγωγής της γνώσης και βιώνοντας την επιστήμη κυρίως μέσω των επιταγών του κράτους ή της αγοράς, δυσκολεύονται να την αναγνωρίσουν ως δικό τους κοινωνικό επίτευγμα. Σε συνθήκες ανασφάλειας και κοινωνικής αποσύνθεσης, οι ανορθολογικές ερμηνείες προσφέρουν άμεση συναισθηματική ανακούφιση, απλουστεύοντας την πραγματικότητα και μετατοπίζοντας την ευθύνη από τις υλικές κοινωνικές σχέσεις σε αόρατους εχθρούς ή μεταφυσικές δυνάμεις.

Η εκπαίδευση αποτελεί κρίσιμο πεδίο αυτής της σύγκρουσης. Η παράλληλη ή ισοδύναμη παρουσίαση θρησκευτικών δογμάτων και επιστημονικών θεωριών, ιδίως σε ζητήματα όπως η εξέλιξη των ειδών, δημιουργεί μια ψευδή ισορροπία που αποδυναμώνει την υλιστική κατανόηση της φύσης.  Όπως έχει επισημανθεί στη μαρξιστική κριτική, το σχολείο ως ιδεολογικός μηχανισμός αναπαραγωγής της κυρίαρχης κοσμοαντίληψης, περιοριορίζει την ανάπτυξη διαλεκτικής και κριτικής σκέψης.

Οι πολιτικές συνέπειες αυτής της κοινωνικής αποστροφής είναι σοβαρές. Η υπονόμευση της επιστήμης ευνοεί την εξάπλωση της άποψης ότι στην κοινωνία όπως και στη φύση το «ισχυρό είδος» επιβιώνει (κοινωνικός δαρβινισμός), του εθνικισμού και των αυταρχικών αντιλήψεων, αποδυναμώνοντας τη συλλογική ικανότητα αντιμετώπισης σύνθετων κρίσεων που απαιτούν επιστημονική γνώση και κοινωνικό συντονισμό. Η μαρξιστική κριτική, επομένως, αναδεικνύει ότι η υπεράσπιση της επιστήμης δεν είναι ουδέτερη γνωσιολογική επιλογή, αλλά αναπόσπαστο μέρος του αγώνα για κοινωνική χειραφέτηση και ιστορική συνείδηση.

 

Η μαρξιστική θεωρία ως υπέρβαση του ανορθολογισμού

Η μαρξιστική θεωρία, ως επιστημονική και επαναστατική κοσμοθεωρία, δεν μπορεί να νοηθεί ως μια απλή ιδεολογική αντιπαράθεση ανάμεσα στην επιστήμη και τη θρησκεία, αλλά ως συνολική κοινωνική και ιστορική ανάλυση των μορφών συνείδησης που παράγονται στο πλαίσιο των συγκεκριμένων υλικών σχέσεων παραγωγής. Ο διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός απορρίπτει κάθε μεταφυσική ή ανορθολογική ερμηνεία της πραγματικότητας, όχι επειδή αντιπαραθέτει αφηρημένα τον «ορθό λόγο» στην «πίστη», αλλά επειδή αναλύει τις ιδέες ως προϊόντα της κοινωνικής πρακτικής, της εργασίας και της ταξικής πάλης.

Ήδη στην Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Δικαίου, ο Καρλ Μαρξ επισημαίνει ότι «η θρησκεία είναι η γενική θεωρία αυτού του κόσμου (…) η λογική του σε λαϊκή μορφή». Με τον τρόπο αυτό, η θρησκεία δεν παρουσιάζεται απλώς ως πλάνη, αλλά ως ιδεολογική αντανάκλαση ενός κόσμου που είναι δομημένος πάνω στην αλλοτρίωση και στην εκμετάλλευση. Η περίφημη φράση ότι η θρησκεία αποτελεί «τον στεναγμό του καταπιεζόμενου πλάσματος, την καρδιά ενός άκαρδου κόσμου και την ψυχή άψυχων συνθηκών» αποτυπώνει ακριβώς αυτή τη διττή λειτουργία. Αφενός ως έκφραση πραγματικού κοινωνικού πόνου και αφετέρου ως μηχανισμό ιδεολογικής παρηγοριάς που αποκρύπτει τις υλικές αιτίες της καταπίεσης.

Ο ανορθολογισμός, υπό αυτή την έννοια, δεν αποτελεί γνωστική παρεκτροπή ή απλό πολιτισμικό κατάλοιπο, αλλά συγκροτείται ως αναγκαία ιδεολογική μορφή σε κοινωνίες όπου οι άνθρωποι δεν ελέγχουν τις κοινωνικές δυνάμεις που οι ίδιοι παράγουν. Όπως αναλύει ο Μαρξ στο Κεφάλαιο, οι κοινωνικές σχέσεις μεταξύ ανθρώπων εμφανίζονται «ως σχέσεις μεταξύ πραγμάτων», φαινόμενο που οδηγεί στον φετιχισμό του εμπορεύματος. Η ίδια αυτή αντιστροφή διαπερνά και τη θρησκευτική συνείδηση, όπου οι ανθρώπινες δυνάμεις προβάλλονται ως υπερφυσικές και ανεξάρτητες από τον ίδιο τον άνθρωπο.

Ο ανορθολογισμός, ουσιαστικά, προκύπτει από το γεγονός ότι στο καπιταλιστικό σύστημα οι άνθρωποι δεν έχουν άμεσο έλεγχο των κοινωνικών δυνάμεων που οι ίδιοι παράγουν. Βιώνουν τον κόσμο ως εξωτερικό και ανεξέλεγκτο. Η θρησκεία, κατά συνέπεια, δεν εμφανίζεται ως ανεξάρτητη οντότητα· αποτελεί μορφή ιδεολογικής κάλυψης των αντιθέσεων που παράγει το εκμεταλλευτικό σύστημα.

Η κριτική των Μαρξ και Ένγκελς δεν στοχεύει απλώς στην απόρριψη όλων των θρησκευτικών ιδεών ως «ψευδών». Ουσιαστικά, αντιλαμβάνεται την κοινωνία ως καθηλωμένη σε συγκεκριμένες ταξικές λειτουργίες. Η θρησκεία, υπό αυτή την οπτική, μπορεί να διαδραματίσει δύο βασικούς ρόλους. Το άμεσο ιδεολογικό εργαλείο σταθεροποίησης των κυριαρχικών σχέσεων, που λειτουργεί ως κάλυμμα για τις πραγματικές αιτίες της εκμετάλλευσης, και την έκφραση ή/και μορφή κοινωνικού πόνου και διαμαρτυρίας από τάξεις που βιώνουν καταπίεση· αν και αυτή η δεύτερη πλευρά δεν οδηγεί per se σε ταξική συνείδηση αλλά μπορεί να περιέχει ριζοσπαστικά στοιχεία που αντιστρατεύονται το κατεστημένο, εάν και όταν αυτά ενσωματώνονται στην ταξική πάλη.

Ο Φρίντριχ Ένγκελς, στο έργο του Αντι-Ντύρινγκ, υπογραμμίζει ότι κάθε μορφή ιδεαλισμού και μεταφυσικής σκέψης συνιστά αντανάκλαση της αδυναμίας κατανόησης των πραγματικών υλικών αιτιών των κοινωνικών φαινομένων. Αντίστοιχα, στον Λουδοβίκο Φόιερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας, επισημαίνει ότι η θρησκεία αποτελεί την προβολή της ανθρώπινης ουσίας σε έναν φαντασιακό υπερβατικό κόσμο, γεγονός που επιτείνει την αλλοτρίωση αντί να την αίρει.

Η μαρξιστική κριτική της θρησκείας, επομένως, δεν είναι αντιθρησκευτικός δογματισμός, αλλά κριτική των κοινωνικών συνθηκών που γεννούν την ανάγκη της θρησκείας. Όπως χαρακτηριστικά διατυπώνει ο Μαρξ, «η κατάργηση της θρησκείας ως φανταστικής ευτυχίας του λαού είναι η απαίτηση για την πραγματική του ευτυχία». Η υπέρβαση της θρησκείας προϋποθέτει την υπέρβαση των κοινωνικών σχέσεων που καθιστούν αναγκαία τη θρησκευτική ψευδαίσθηση.

Σε αυτό το πλαίσιο, η επιστημονική γνώση — και ιδίως οι φυσικές επιστήμες — αποκτούν ιδιαίτερη σημασία ως υλιστικό πρότυπο σκέψης. Η δαρβινική θεωρία της εξέλιξης, την οποία ο ίδιος ο Μαρξ χαρακτήρισε ως «φυσικο-ιστορικό θεμέλιο της αντίληψής μας», ανέδειξε το ότι η εξέλιξη της ζωής αποτελεί αποτέλεσμα υλικών διεργασιών και αντιφάσεων και όχι θεϊκού σχεδιασμού. Η συμβολή αυτή υπήρξε καθοριστική για τη διάλυση των θεολογικών ερμηνειών της φύσης, οι οποίες είχαν κυριαρχήσει επί αιώνες στη χριστιανική κοσμοαντίληψη.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά, στο σύγχρονο κοινωνικό πλαίσιο, η μαρξιστική κριτική απέναντι στον ακροδεξιό χριστιανισμό. Ιστορικά, τμήματα της χριστιανικής θεολογίας λειτούργησαν ως ιδεολογικό στήριγμα αυταρχικών και ιεραρχικών κοινωνικών μορφών. Από τις πατερικές διατυπώσεις περί «θεόθεν εξουσίας» (Ρωμ. 13:1) και τη μεσαιωνική θεωρία της θεϊκής νομιμοποίησης της μοναρχίας έως τις σημερινές νομιμοποιήσεις των ισχυρών, η θρησκεία αξιοποιήθηκε για να παρουσιαστεί η κοινωνική ανισότητα ως φυσική και αμετάβλητη τάξη πραγμάτων. Στη σύγχρονη εποχή, ο ακραίος χριστιανισμός επαν-ενεργοποιεί αυτά τα στοιχεία, συνδέοντας τη θρησκευτική πίστη με τον εθνικισμό, τον αντι-κομμουνισμό και την υπεράσπιση της κοινωνικής ιεραρχίας.

Η μαρξιστική κριτική του θρησκευτικού ανορθολογισμού δεν περιορίζεται στον αφορισμό του θρησκευτικού φαινομένου ως «αντίθετο στην επιστήμη». Αντίθετα, καταδεικνύει ότι η επιστημονική γνώση πρέπει να ενσωματώνει την κοινωνική πρακτική ως εργαλείο χειραφέτησης· ένα εργαλείο που αποκωδικοποιεί το πώς και το γιατί ο ανορθολογισμός, και μέσω αυτού ο ακραίος χριστιανισμός, μπορεί να χρησιμοποιείται για να αναπαράγει ταξικές και ιδεολογικές δομές εξουσίας.

Απέναντι σε αυτή τη λειτουργία, η μαρξιστική θεωρία επιμένει ότι ο ανορθολογισμός και η θρησκευτική ιδεολογία δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με αφηρημένες εκκλήσεις στον ορθό λόγο ή με ηθικολογικές καταγγελίες. Η υπέρβασή τους προϋποθέτει τη μετατροπή της επιστημονικής γνώσης σε συλλογικό κοινωνικό εργαλείο, την ανάπτυξη ιστορικής και ταξικής συνείδησης μέσω της εκπαίδευσης και, κυρίως, τη σύνδεση της θεωρίας με την επαναστατική κοινωνική πράξη. Μόνο με την άρση των υλικών όρων που γεννούν την αλλοτρίωση μπορεί να καταστεί περιττή τόσο η θρησκευτική ψευδαίσθηση όσο και κάθε μορφή ανορθολογικής συνείδησης.

 

Αντί επιλόγου

Συνολικά, η σύγκρουση ανάμεσα στη δαρβινική θεωρία, τον σύγχρονο χριστιανικό ανορθολογισμό και την άκρα δεξιά δεν αποτελεί απλώς πολιτισμική διαμάχη, αλλά έκφραση βαθύτερων ταξικών και ιδεολογικών αντιθέσεων. Ο ανορθολογισμός λειτουργεί ως μηχανισμός αναπαραγωγής των υφιστάμενων κοινωνικών σχέσεων, αποσπώντας τους εργαζόμενους από την υλιστική κατανόηση της πραγματικότητας.

Η μαρξιστική κριτική δεν στοχεύει στην απλή άρνηση της θρησκείας ή της ιδεολογίας, αλλά στην αποκάλυψη των κοινωνικών συνθηκών που τις καθιστούν αναγκαίες. Μόνο μέσα από τη διαλεκτική ενότητα επιστημονικής γνώσης, κοινωνικής αυτογνωσίας και συλλογικής πράξης μπορεί να ανοίξει ο δρόμος για την υπέρβαση του ανορθολογισμού και την ανάπτυξη μιας χειραφετημένης κοινωνικής συνείδησης.

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ