Το θέμα διαδίδεται και εδραιώνεται. Μετά τον εμφύλιο κατηγόρησαν τους ποιητές που εκφράσανε την απογοήτευση για τη χαμένη ευκαιρία, ως ποιητές της ήττας. Το πένθος δεν ταιριάζει στην Αριστερά. Ο κόσμος εξέπεμπε μηνύματα νίκης. Μπορεί να σφαγιάζονταν ακόμη λαοί, και ο δικός μας πρωταγωνιστής, αλλά το μέλλον ήταν λαμπρό. Έστω για όσους θα ζούσαν να το δουν.
Πως από αυτή την άνοιξη της αισιοδοξίας κυλήσαμε στα βάθη της μελαγχολίας, σύντροφε; Μήπως εν τέλει το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα, όπως έλεγε ο Ευγένιος Ο’ Νηλ; Σε μια Αριστερά ως Ηλέκτρα, που συνεχώς προδίδεται και αναζητεί τη λύτρωση διεκδικώντας πρωτίστως το θάνατο της μάνας της;
Στην αριστερή παράδοση δεν είναι η αισιοδοξία αλλά μάλλον η απογοήτευση και η μελαγχολία που κυριαρχεί. Η οποία, απ’ όταν νίκησε η Οκτωβριανή επανάσταση, ισοφαριζόταν από τη μεγάλη αυτή νίκη και την αισιοδοξία που συνεπαγόταν. Αλλά όσο πέρναγαν τα χρόνια κι όσο πιο πολύ γινόταν φανερό πως δεν δικαιώνονταν εκείνοι που πίστευαν στην εργατική δημοκρατία, τη δικαιοσύνη και την ισότητα του σοσιαλισμού, τροφοδοτούσε νέες γενιές απογοητευμένων και μελαγχολικών αγωνιστών.
Είναι μια μελαγχολία της ιστορίας. Οι ηττημένοι του 1848, εξορισμένοι στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, οι ηττημένοι της Κομμούνας, όσοι δεν εκτελέστηκαν, οι ηττημένοι της γερμανικής επανάστασης κ.ο.κ. Αλλά και πιο πριν αν πάμε. Οι ηττημένοι γιακωβίνοι, που είδαν τα οράματά τους για αδελφοσύνη, δικαιοσύνη και προ παντός ισότητα να παραδίδονται στον Βοναπάρτη και είδαν μετά απ’ αυτόν την επιστροφή των Βουρβόνων.
Έχουν γραφτεί σχετικά βιβλία τα τελευταία χρόνια, οπότε συμπυκνώθηκαν οι ήττες. Χαρακτηριστικά, ο Μίκαελ Λέβι μαζί με τον Ρόμπετ Σέιρ υπογράφουν ένα βιβλίο που τιτλοφορείται «Εξέγερση και μελαγχολία» (Εναλλακτικές εκδόσεις) και το οποίο καταπιάνεται κυρίως με τις επαναστατικές όψεις του ρομαντισμού, από το οποίο όμως ο Έντσο Τραβέρσο εμπνέεται το δικό του βιβλίο, πιο σαφές όσον αφορά τον μελαγχολικό προσανατολισμό, με τίτλο «Η αριστερή μελαγχολία» (ΕΚΔΟΣΕΙΣ του ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ).
Ο Τραβέρσο ξετυλίγοντας το νήμα μιλά για μια «κρυφή παράδοση του μαρξισμού»: «Η ήττα του κομμουνισμού ράγισε τη διαλεκτική μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος ενώ η έκλειψη των ουτοπιών που συντροφεύει την “παροντιστική” εποχή μας οδήγησε στην εξάλειψη σχεδόν της μαρξιστικής μνήμης. Η ένταση μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος έγινε μια ακρωτηριασμένη, “αρνητική διαλεκτική”. Το πλαίσιο αυτό ευνόησε την επαναφορά στο προσκήνιο μιας μελαγχολικής θεώρησης της ιστορίας ως αναμνημόνευση των νικημένων η οποία ανήκει σε μια κρυφή παράδοση του μαρξισμού».
Ο Τραβέρσο θεωρεί πως, «πρόκειται μάλλον για ένα σύνολο συγκινήσεων και συναισθημάτων που περιβάλλουν τη μετάβαση σε μια νέα εποχή. Είναι ο μοναδικός τρόπος να συνυπάρξουν η αναζήτηση ιδεών και σχεδίων για το αύριο με το πένθος και τη θλίψη που συνοδεύουν την εξάλειψη των επαναστατικών εμπειριών του παρελθόντος. Είναι η μελαγχολία μιας Αριστεράς, ούτε αρχαϊκής ούτε ανίσχυρης, που ωστόσο δεν θέλει να απαλλαγεί από το φορτίο του παρελθόντος, έστω κι αν αυτό συχνά αποδεικνύεται βαρύ. Είναι η μελαγχολία μιας Αριστεράς που, παρότι στρατευμένη στους αγώνες του παρόντος, δεν αποφεύγει να κάνει έναν απολογισμό για τις συσσωρευμένες ήττες…
Για να αποφέρει καρπούς όμως, αυτή μελαγχολία πρέπει να αναγνωριστεί και να γίνει αποδεκτή, αποφεύγοντας τις συνηθισμένες στρατηγικές της παράκαμψης και τις κλασικές πανουργίες της απώθησης…
»Η επαναστατική μελαγχολία στρέφει το βλέμμα της στους νικημένους. Βλέπει τις τραγωδίες που συνδέονται με τις χαμένες μάχες του παρελθόντος σαν βάρος και σαν χρέος που περιέχουν επίσης μιαν επαγγελία λύτρωσης…».
Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος έδωσε τις πιο σπουδαίες εικόνες στην όλη εικονογραφία αυτής της εποχής και των συναισθημάτων της, στην ταινία του «Το βλέμμα του Οδυσσέα», το 1995. Η σκηνή που συμπυκνώνει το υπαρξιακό μας σύμπαν, είναι εκείνη όπου το σπασμένο άγαλμα του Λένιν, με το κεφάλι και τα δάχτυλο στραμμένο προς τον ουρανό, κατεβαίνει μέσα σε μια μαούνα το Δούναβη και άνθρωποι στις όχθες, κοιτάζουν, σταυροκοπιούνται, γονατίζουν.
Φυσικά, το ζήτημα δεν βρίσκεται μόνο ή κυρίως στην παράδοση των ηττών. Και δεν είναι συναισθηματικό (όχι αποκλειστικά).
Η σημερινός ολοκληρωτικός καπιταλιστικός, τροφοδοτεί την εξατομίκευση, καταλύει τις παραδοσιακές εργασιακές και κοινωνικές σχέσεις, άρα και τις πολιτικές εκφράσεις τους, αλλάζει το ιδεολογικό και πολιτιστικό περιβάλλον και παρουσιάζει τον παρόν ως ανυπέρβλητο ιστορικά.
Εντός αυτού του ιστορικού πλαισίου θεωρώ πως η άσκηση μας στη μελαγχολία είναι μια άσκηση στο βάθος της πραγματικότητας. Είναι το είδος της μελαγχολίας που φέρνει μαζί της τα φορτία της γνώσης για την υπέρβασή της. Υπό την προϋπόθεση πως θα γίνει κατανοητή και αποδεκτή, όπως είναι, ως ήττα, απογοήτευση, μερικές φορές απόγνωση. Είναι όπως το πένθος. Χρειάζεται να το αποδεχτείς και να το ζήσεις για να μπορέσεις να το υπερβείς. Εκεί παράγεται το επόμενο ιστορικό βήμα το οποίο συνδέεται με την πραγματικότητα και ταυτόχρονα οργανώνει την ανατροπή της, άρα τη νέα αισιοδοξία.
Καθότι η αισιοδοξία δεν στηρίζεται σε μια ανιστόρητη ικανοποίηση. Δεν έχει να κάνει με κομματικές αποφάσεις που μιλούν συνεχώς κοιτώντας στο μέλλον αγνοώντας το παρόν, που απαγορεύουν την απογοήτευση θεωρώντας την αντεπαναστατική συνήθεια και τροφοδοτούν το εν πολλοίς απογοητευμένο κοινό τους με κενότητες. Ούτε προφανώς με έναν διαρκή κλαυθμό για να χαμένα όνειρα, που συνομιλεί με κάθε είδους παραιτήσεις, είτε μέσω του «ρεαλισμού» – τώρα όπως-όπως να διασώσουμε ό,τι μπορεί να διασωθεί – είτε μέσω του ΤΙΝΑ – δεν υπάρχει άλλη λύση από το να περάσουμε καλά- είτε μέσω του μεταμοντέρνου κατακερματισμού των ταυτοτικών κινημάτων – που δεν αναγνωρίζουν ενότητα επιδιώξεων, παρά αποσπασμένα τμήματα διεκδικήσεων.
Βαδίζουμε σε νέες εποχές και σε δύσβατους και αχαρτογράφητους λίγο-πολύ δρόμους. Είναι όμως βέβαιο πως οι απαντήσεις δεν βρίσκονται ούτε στην ανεπίγνωστη αισιοδοξία τύπου ΚΚΕ ούτε στην προσαρμογή στο κάθε φορά προσφερόμενο προϊόν τύπου ΣΥΡΙΖΑ του 2015 ή ακόμη χειρότερα Τσίπρα του 2026.
Εκείνο που οφείλουμε είναι να επανασυναρμολογήσουμε τα σπασμένα κομμάτια του Λένιν, και της ιστορίας, όχι με λατρευτικές τελετουργίες και πίστεις, αλλά με γνώση και πεποίθηση σε ένα συγκλονιστικό παρόν που έχει στρέψει την προσοχή του στις επερχόμενες αναμετρήσεις.
Είναι δύσκολο, πιο δύσκολο ίσως από άλλοτε, είναι σκληρό, είναι ακόμη αβέβαιο, αλλά είναι ο τρόπος για να βγούμε «απ’ το λαγούμι του φόβου».

