Έντιμε άνθρωπε, κυρ Παντελή,
τι κι αν πεθαίνουνε πάνω στη γη
χιλιάδες άνθρωποι χωρίς ψωμί,
μαύροι, λευκοί ή κίτρινοι;
(Πάνος Τζαβέλλας 1925-2009)
Οι μεταβολές που συντελούνται τα τελευταία χρόνια στην ελληνική οικονομία
δεν περιορίζονται στην αύξηση των επενδύσεων ή των επισκεπτών. Αποτυπώνουν μια βαθύτερη αναδιάρθρωση του χώρου, της αγοράς και των κοινωνικών σχέσεων, η οποία επανακαθορίζει τη θέση της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας και τους όρους αναπαραγωγής της. Ίσως, λοιπόν, η πιο εύστοχη λογοτεχνική μεταφορά για να κατανοήσει κανείς αυτή τη μετάβαση να εξακολουθεί να είναι ο «Θάνατος του Εμποράκου» του Άρθουρ Μίλερ, όχι ως αφήγηση μιας ατομικής αποτυχίας, αλλά ως αλληγορία μιας ιστορικής συνθήκης που επανέρχεται σήμερα με νέες μορφές.
Ο Γουίλι Λόμαν, ο ήρωας του Θανάτου του Εμποράκου του Άρθουρ Μίλερ, δεν συντρίβεται λόγω προσωπικής αποτυχίας, αλλά επειδή οι όροι της οικονομίας μεταβάλλονται ταχύτερα από την ικανότητά του να προσαρμοστεί. Η μικρή επιχείρηση, η τοπική αγορά και η προσωπική σχέση με τον πελάτη υποχωρούν μπροστά στη συγκέντρωση του κεφαλαίου και στην αναδιάρθρωση του ανταγωνισμού. Η μεταφορά αυτή αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα στην Ελλάδα, όπου πίσω από τα ρεκόρ τουρισμού και επενδύσεων διαμορφώνεται ένα διαφορετικό κοινωνικοοικονομικό τοπίο.
Η ελληνοϊσραηλινή στρατηγική σύγκλιση, λοιπόν, επεκτείνεται πλέον από την άμυνα και την ενέργεια στον τουρισμό, το εμπόριο και την αγορά ακινήτων. Παράλληλα με την αύξηση των τουριστικών αφίξεων, ενισχύεται το ενδιαφέρον ισραηλινών επενδυτών για την απόκτηση ακινήτων, μετατρέποντας συχνά τον επισκέπτη σε επενδυτή, τον επενδυτή σε ιδιοκτήτη και ενίοτε σε μόνιμο κάτοικο. Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί απλή αύξηση της ζήτησης, αλλά έκφραση της χρηματιστικοποίησης της κατοικίας, όπου η γη, η κατοικία και ο τουριστικός χώρος μετατρέπονται σε πεδία διεθνούς συσσώρευσης κεφαλαίου και αναδιάρθρωσης του ίδιου του κοινωνικού χώρου.
Όταν η Ελλάδα γίνεται πεδίο διεθνούς επενδυτικής επέκτασης του Ισραήλ
Η ελληνική περίπτωση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η στρατηγική σύγκλιση Ελλάδας και Ισραήλ διασταυρώνεται με μια ευρύτερη διεθνή τάση χρηματιστικοποίησης της κατοικίας, του τουρισμού και του χώρου. Η σημαντική αύξηση των ισραηλινών τουριστικών ροών, οι επενδύσεις σε ξενοδοχειακές μονάδες, το έντονο ενδιαφέρον για την αγορά κατοικιών σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Χαλκιδική, Κρήτη, Λέσβο, Σύρο και άλλες περιοχές, καθώς και τα δημοσιευμένα στοιχεία για επενδύσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, συνθέτουν μια νέα γεωγραφία κεφαλαίων, στην οποία ο τουρισμός, το real estate και η γεωπολιτική αλληλοτροφοδοτούνται. Δημοσιεύματα στον ελληνικό και διεθνή Τύπο καταγράφουν επίσης ότι, για ορισμένους αγοραστές, η Ελλάδα αντιμετωπίζεται όχι μόνο ως τόπος επένδυσης, αλλά και ως πιθανός τόπος μακροχρόνιας εγκατάστασης ή εναλλακτικής κατοικίας σε συνθήκες περιφερειακής αστάθειας.
Eιδικά, η Σύρος και η Λέσβος (βλ. Υστερόγραφο) δεν αποτελούν μεμονωμένα επεισόδια. Αποτελούν συμπυκνωμένες εικόνες ενός ευρύτερου κοινωνικού μετασχηματισμού. Το κράτος και η τοπική αυτοδιοίκηση εμφανίζονται, εδώ, ως εγγυητές της «ομαλής» λειτουργίας της τουριστικής και επενδυτικής ροής, ακόμη και όταν αυτό σημαίνει περιορισμούς στον δημόσιο χώρο, αστυνομική παρουσία, απαγορεύσεις συναθροίσεων ή ανοχή σε διαδικασίες που διαρρηγνύουν τον κοινωνικό και περιβαλλοντικό ιστό. Η πραγματική αντίθεση δεν είναι ανάμεσα σε «ντόπιους» και «ξένους» με πολιτισμικούς όρους. Είναι ανάμεσα στη λογική της απόσπασης υπεραξίας, της τουριστικής απόδοσης κέρδους, της αγοραπωλησίας και της ιδιοκτησιακής επέκτασης ενάντια στη λογική της διατήρησης του φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντος υπέρ του λαϊκού και του δημοσίου συμφέροντος.
Από αυτή την άποψη, η ελληνική εμπειρία επιβεβαιώνει την παρατήρηση της Saskia Sassen (Expulsions) ότι η σύγχρονη παγκοσμιοποίηση δεν συνεπάγεται μόνο κινητικότητα κεφαλαίων, αλλά και νέες μορφές κοινωνικού αποκλεισμού. Η άνοδος των αξιών γης, η μετατροπή κατοικιών σε επενδυτικά προϊόντα, η εξάπλωση της βραχυχρόνιας μίσθωσης και η αυξανόμενη πίεση στις τοπικές αγορές οδηγούν σταδιακά στην εκτόπιση κοινωνικών ομάδων που αδυνατούν να ακολουθήσουν τη νέα δυναμική των τιμών. Η πόλη παύει να οργανώνεται πρωτίστως γύρω από τις ανάγκες της καθημερινής ζωής και συγκροτείται ολοένα περισσότερο ως επενδυτικό χαρτοφυλάκιο.
Παράλληλα, η ανάλυση της Raquel Rolnik για τη χρηματοπιστωτική κυριαρχία στην κατοικία και τον μετασχηματισμό των πόλεων στο Urban Warfare: Housing under the Empire of Finance δείχνει ότι οι διαδικασίες αυτές δεν περιορίζονται στην αγορά ακινήτων. Αναδιατάσσουν τις κοινωνικές σχέσεις, μεταβάλλουν τη σύνθεση των γειτονιών, επηρεάζουν τις μικρές επιχειρήσεις και ανακατανέμουν την πρόσβαση στον αστικό χώρο. Το ερώτημα δεν είναι απλώς ποιος αγοράζει, αλλά ποιο κοινωνικό πρότυπο πόλης και τουριστικής ανάπτυξης συγκροτείται μέσα από αυτές τις επενδυτικές ροές.
Η αυξανόμενη παρουσία ισραηλινών επενδυτικών κεφαλαίων στην ελληνική αγορά ακινήτων συνιστά μια χαρακτηριστική εκδήλωση ενός ευρύτερου μετασχηματισμού του σύγχρονου καπιταλισμού την Ελλάδα. Η ιδιαιτερότητά της έγκειται στο ότι συμπυκνώνει, στον ίδιο χώρο και την ίδια χρονική περίοδο, τη διαπλοκή γεωπολιτικής, τουρισμού, διεθνοποιημένης συσσώρευσης και αναδιάρθρωσης της κατοικίας. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και το πραγματικό διακύβευμα Δηλαδή, όχι μόνο ποιος επενδύει, αλλά με ποιους όρους αναδιοργανώνονται ο χώρος, η κατοικία, οι κοινωνικές σχέσεις και οι δυνατότητες αναπαραγωγής των τοπικών κοινωνιών.
Στο σχήμα του Adam Hanieh, στο άρθρο του From State–led Growth to Globalization: The Evolution of Israeli Capitalism, ο ισραηλινός καπιταλισμός δεν εμφανίζεται ως στατική εθνική οικονομία, αλλά ως ιστορικά μεταβαλλόμενο καθεστώς συσσώρευσης, το οποίο πέρασε από την κρατικά οργανωμένη συγκρότηση μιας εγχώριας καπιταλιστικής τάξης στη νεοφιλελεύθερη διεθνοποίηση, στις ιδιωτικοποιήσεις, στη σύνδεση με το ξένο κεφάλαιο και στην εξωστρεφή αναζήτηση νέων πεδίων κερδοφορίας. Ο Hanieh δείχνει ότι το ισραηλινό κράτος δεν υπήρξε απλώς ρυθμιστής της αγοράς, αλλά ενεργός μηχανισμός συγκρότησης καπιταλιστικών τάξεων, προώθησης επιλεγμένων επιχειρηματικών ομίλων και σύνδεσης οικονομικής ανάπτυξης, εποικισμού, στρατιωτικής ισχύος και διεθνούς κεφαλαίου. Με αυτή την έννοια, η αυξανόμενη ισραηλινή παρουσία στην ελληνική αγορά τουρισμού, ξενοδοχείων και κατοικίας δεν είναι απλώς άθροισμα ιδιωτικών επιλογών. Αποτελεί έκφραση μιας βαθύτερης κίνησης κεφαλαίων που αναζητούν νέους χώρους αξιοποίησης, ασφαλείς γεωγραφικές διεξόδους και ιδιοκτησιακή κατοχύρωση σε ένα περιβάλλον αυξημένης περιφερειακής αστάθειας.
Ακόμη πιο αιχμηρή είναι η συμβολή των Jonathan Nitzan και Shimshon Bichler στο The Global Political Economy of Israel. Η ανάλυσή τους αρνείται τον τεχνητό διαχωρισμό ανάμεσα στην «οικονομία» και την «πολιτική» και προτείνει να κατανοούμε το κεφάλαιο ως συμπύκνωση εξουσίας. Για τους Nitzan και Bichler, η συσσώρευση δεν είναι απλώς αύξηση πλούτου, αλλά διαδικασία «διαφορικής συσσώρευσης», δηλαδή αγώνας των κυρίαρχων επιχειρηματικών ομάδων να αυξήσουν την ισχύ τους ταχύτερα από τους ανταγωνιστές τους. Αυτή η οπτική είναι εξαιρετικά χρήσιμη για να κατανοήσουμε γιατί η κίνηση κεφαλαίων προς την Ελλάδα δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ουδέτερη επενδυτική ροή. Όταν κεφάλαια που έχουν διαμορφωθεί σε ένα πλαίσιο στενής σύνδεσης κράτους, πολέμου, τεχνολογίας, χρηματοπιστωτικής ισχύος και διεθνούς αγοράς εισέρχονται σε μια μικρότερη και πιο ευάλωτη οικονομία, δεν μεταφέρουν μόνο χρήμα. Μεταφέρουν σχέσεις εξουσίας, ανισότητες κλίμακας και μορφές ιδιοκτησιακού ελέγχου που αναδιατάσσουν την τοπική αγορά.
Το ξενοδοχείο, το διαμέρισμα, το οικόπεδο, η τουριστική μονάδα και η γειτονιά γίνονται κρίκοι μιας ευρύτερης αλυσίδας κεφαλαιακής ισχύος, όπου η αξία τους δεν μετριέται με βάση τη χρήση τους από την κοινωνία, αλλά με βάση τη δυνατότητά τους να παράγουν υπεραξία, ασφάλεια και γεωγραφική διεύρυνση για το κεφάλαιο.
Στο άρθρο Global Capitalism and Israel, ο Adam Hanieh επιμένει ότι η ανάλυση του Ισραήλ πρέπει να αποσπαστεί από την ιδέα μιας απομονωμένης «ειδικής περίπτωσης» και να ενταχθεί στην παγκόσμια καπιταλιστική αναδιάρθρωση. Αυτή η θέση είναι κρίσιμη για την ελληνική περίπτωση. Η είσοδος ισραηλινών κεφαλαίων στην αγορά ακινήτων και τουρισμού δεν πρέπει να ιδωθεί μόνο μέσα από το πρίσμα της ελληνοϊσραηλινής διπλωματικής σύγκλισης ή της συγκυριακής ανασφάλειας μετά την όξυνση των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή. Πρέπει να αντιμετωπιστεί ως τμήμα μιας διεθνοποιημένης κίνησης κεφαλαίου που, όταν συμπιέζεται ή απειλείται στον έναν χώρο, αναζητά άλλους χώρους απορρόφησης, κατοχύρωσης και επέκτασης. Η Ελλάδα, λόγω γεωγραφικής εγγύτητας, χαμηλότερων ακόμη αξιών σε σχέση με άλλες δυτικοευρωπαϊκές αγορές, τουριστικής υπεραξίας, καθεστώτων όπως η Golden Visa και πολιτικής πρόσδεσης στον άξονα της Ανατολικής Μεσογείου, μετατρέπεται σε προνομιακό πεδίο αυτής της επέκτασης.
Η διαπλοκή τουρισμού, επενδύσεων, Golden Visa και αγοράς κατοικίας συγκροτεί έτσι ένα νέο υπόδειγμα, όπου ο επισκέπτης μπορεί να μετατραπεί σε επενδυτή, ο επενδυτής σε ιδιοκτήτη και ο ιδιοκτήτης σε μόνιμο κάτοικο. Εδώ η ανάλυση του David Harvey για το κεφάλαιο και τον χώρο, ιδιαίτερα στο The Enigma of Capital και στο The New Imperialism, βοηθά να δούμε ότι η καπιταλιστική συσσώρευση χρειάζεται διαρκώς νέες χωρικές διεξόδους για να απορροφήσει πλεονάζον κεφάλαιο. Η κατοικία, το ξενοδοχείο, η γη και οι τουριστικές υποδομές μετατρέπονται σε μηχανισμούς χωρικής απορρόφησης της κρίσης. Αυτό που εμφανίζεται ως «επενδυτική ευκαιρία» για τον κάτοχο κεφαλαίου, για τους κατοίκους μπορεί να γίνει αύξηση ενοικίων, εκτόπιση, τουριστικοποίηση της καθημερινότητας και απώλεια ελέγχου πάνω στον ίδιο τον τόπο τους. Με όρους David Harvey, ο χώρος δεν είναι ουδέτερη σκηνή πάνω στην οποία κινείται το κεφάλαιο. Είναι ενεργό πεδίο ταξικής αναδιάρθρωσης.
Οι συνέπειες αυτής της εξέλιξης είναι ήδη ορατές σε πολλές περιοχές της χώρας. Η άνοδος των τιμών αγοράς και ενοικίασης κατοικιών, η πίεση που ασκείται στους τοπικούς πληθυσμούς, η μετατόπιση των χρήσεων γης προς τουριστικές και επενδυτικές δραστηριότητες, η ενίσχυση της βραχυχρόνιας μίσθωσης και η αναδιάρθρωση των εμπορικών κέντρων των πόλεων δεν αποτελούν πλέον αποσπασματικά φαινόμενα αλλά όψεις ενός ευρύτερου μετασχηματισμού.
Εδώ η συμβολή του Karl Polanyi στο The Great Transformation επιτρέπει να δούμε ότι η γη και η κατοικία, όταν αποσπώνται από τις κοινωνικές σχέσεις που τις περιβάλλουν και υποτάσσονται πλήρως στη λογική της αγοράς, μετατρέπονται σε «πλασματικά εμπορεύματα». Δεν παράγονται για την αγορά όπως ένα οποιοδήποτε εμπόρευμα· αποτελούν όρους ζωής. Όταν, όμως, υπάγονται στη λογική της υπεραξίας, τότε η κοινωνία καλείται να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της αγοράς και όχι η αγορά στις ανάγκες της κοινωνίας.
Σε αυτή την προοπτική, η ελληνική αγορά κατοικίας δεν αλλάζει μόνο οικονομικά αλλά και ταξικά. Αναδιατάσσει σχέσεις ιδιοκτησίας, μεταβάλλει τη σύνθεση των γειτονιών, πιέζει τα λαϊκά και μεσαία στρώματα, ενισχύει τους μεγάλους ιδιοκτήτες και τους επενδυτικούς διαμεσολαβητές, περιορίζει τη δυνατότητα των νέων να κατοικήσουν στις ίδιες τις πόλεις τους και μετατρέπει την καθημερινή ζωή σε παράγωγο της επενδυτικής προσδοκίας. Η κατοικία και ο αστικός χώρος ενσωματώνονται ολοένα περισσότερο στις διεθνείς στρατηγικές συσσώρευσης κεφαλαίου, ενώ οι τοπικές κοινωνίες υφίστανται τις συνέπειες μιας ανάπτυξης που οργανώνεται γύρω από την κινητικότητα των ισχυρών και όχι γύρω από τις ανάγκες των κατοίκων. Με τους όρους των Nitzan και Bichler, δεν πρόκειται απλώς για μεταφορά πλούτου, αλλά για μεταφορά και αναδιάταξη εξουσίας. Με τους όρους του Hanieh, δεν πρόκειται για μια εθνικά ουδέτερη επένδυση, αλλά για έκφραση της διεθνοποίησης ενός καπιταλισμού που συγκροτήθηκε ιστορικά μέσα από τη σύζευξη κράτους, κεφαλαίου, γεωπολιτικής και στρατιωτικής ισχύος. Και με τους όρους του Harvey, δεν πρόκειται για ανάπτυξη, αλλά για χωρική στρατηγική συσσώρευσης που μετατρέπει τον τόπο σε εμπόρευμα και την κοινωνική ανάγκη σε εμπόδιο προς υπέρβαση.
Ο Πόλεμος στη Δυτική Ασία από τον άξονα Ισραήλ-ΗΠΑ αποκτά υλική παρουσία στα λιμάνια, στους τουριστικούς προορισμούς, στους χώρους εργασίας και στις τοπικές κοινωνίες, όπου διασταυρώνονται κρατικές στρατηγικές, επιχειρηματικά συμφέροντα και κοινωνικές αντιστάσεις. Τα δημόσια περιστατικά έντασης που έχουν καταγραφεί τα τελευταία χρόνια δεν αποτελούν μεμονωμένες εξάρσεις της επικαιρότητας, αλλά εκδηλώσεις των αντιφάσεων που συνοδεύουν την ολοένα στενότερη διαπλοκή γεωπολιτικής, κεφαλαίου και τουριστικής ανάπτυξης.
Το κρίσιμο ζήτημα, επομένως, δεν είναι, απλά, η εθνικότητα των επισκεπτών ούτε η προέλευση των επενδυτικών κεφαλαίων καθαυτή. Είναι το αναπτυξιακό μοντέλο που υιοθετεί η ελληνική πολιτεία. Όταν η επιτυχία μετριέται αποκλειστικά με τον αριθμό των αφίξεων, τις πωλήσεις ακινήτων και τον όγκο των ξένων επενδύσεων, οι κοινωνικές συνέπειες παραμένουν στο περιθώριο. Η τοπική κοινωνία αντιμετωπίζεται ως χώρος αξιοποίησης και όχι ως κοινότητα με ανάγκες, δικαιώματα και όρια.
Από τον «Θάνατο του Εμποράκου» στην «Αυτοκτονία του Εμποράκου»
Οι συνέπειες αυτού του αναπτυξιακού προσανατολισμού δεν κατανέμονται ισότιμα μεταξύ των κοινωνικών τάξεων και των παραγωγικών υποκειμένων. Αντίθετα, εκδηλώνονται με ιδιαίτερη ένταση στο πεδίο της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, όπου οι αντιφάσεις της διεθνοποιημένης συσσώρευσης αποκτούν την πιο απτή και καθημερινή τους μορφή.
Η ελληνική μικρομεσαία επιχείρηση λειτουργεί μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η γη, η κατοικία και οι επαγγελματικοί χώροι μετατρέπονται σε αντικείμενα διεθνούς επενδυτικής αξιοποίησης, αυξάνοντας διαρκώς το κόστος αναπαραγωγής της ίδιας της μικρής επιχείρησης. Ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας εξαρτάται όλο και περισσότερο από διαδικασίες που δεν ελέγχει και από οικονομικές δυνάμεις που υπερβαίνουν κατά πολύ την κλίμακα της τοπικής αγοράς.
Συνεπώς, η κρίση της μικρομεσαίας επιχείρησης δεν συνιστά απλώς επιχειρηματικό πρόβλημα, αλλά έκφραση μιας βαθύτερης ανακατανομής οικονομικής ισχύος, στην οποία η συγκέντρωση κεφαλαίου μετασχηματίζει τόσο την παραγωγική δομή όσο και τις κοινωνικές σχέσεις που ιστορικά συγκροτούσαν τον ελληνικό τουρισμό.
Ο σύγχρονος «θάνατος του εμποράκου» δεν αποτελεί πλέον την ατομική τραγωδία ενός μικρού επαγγελματία που αδυνατεί να προσαρμοστεί στις μεταβολές της αγοράς. Συνιστά την έκφραση ενός βαθύτερου μετασχηματισμού των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής και αναπαραγωγής, μέσα στον οποίο η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, η διεθνοποίηση των επενδυτικών ροών και η αναδιάρθρωση του κράτους μεταβάλλουν τους όρους υπό τους οποίους συγκροτείται και λειτουργεί η ελληνική οικονομία. Η μικρομεσαία επιχείρηση δεν περιθωριοποιείται επειδή στερείται επιχειρηματικής προσαρμοστικότητας, αλλά επειδή το ίδιο το αναπτυξιακό υπόδειγμα ευνοεί την επέκταση μεγάλων επιχειρηματικών σχημάτων, την κινητικότητα του διεθνοποιημένου κεφαλαίου και τη συγκέντρωση της οικονομικής ισχύος σε ολοένα λιγότερα κέντρα λήψης αποφάσεων.
Εδώ, όμως, ο «εμποράκος δεν πεθαίνει» πλέον μόνο επειδή συνθλίβεται από τις αντιφάσεις του καπιταλισμού. «Πεθαίνει» επειδή σταδιακά πείθεται ότι η μοναδική δυνατότητα επιβίωσής του βρίσκεται στην επιτάχυνση ακριβώς εκείνων των διαδικασιών που υπονομεύουν τη δική του κοινωνική ύπαρξη. Η τραγωδία μετασχηματίζεται από «θάνατο» σε «αυτοκτονία», όχι με την ψυχολογική ή ηθική έννοια, αλλά με την έννοια μιας ιστορικής και κοινωνικής αυτοαναίρεσης.
Η αντίφαση είναι χαρακτηριστική. Ο μικρός ξενοδόχος, ο καταστηματάρχης, ο μεσίτης ή ο επαγγελματίας της εστίασης προσδοκά περισσότερους τουρίστες, περισσότερες επενδύσεις και μεγαλύτερη κυκλοφορία χρήματος, επειδή αυτά αποτελούν τη μόνη άμεσα ορατή διέξοδο για την επιχείρησή του. Ωστόσο, οι ίδιες ακριβώς διαδικασίες που αυξάνουν πρόσκαιρα τον κύκλο εργασιών του επιταχύνουν ταυτόχρονα τη συγκέντρωση του κεφαλαίου, την άνοδο των ενοικίων, την αύξηση της αξίας της γης, τη διείσδυση μεγαλύτερων επιχειρηματικών σχημάτων και την αναδιάρθρωση της τοπικής αγοράς προς όφελος εκείνων που διαθέτουν ασύγκριτα μεγαλύτερη οικονομική ισχύ. Αυτό που σήμερα βιώνεται ως οικονομική ευκαιρία μετατρέπεται αύριο σε όρο της ίδιας του της περιθωριοποίησης.
Η αντίφαση αυτή αποτελεί έκφραση της ιδιαίτερης θέσης της μικροαστικής τάξης μέσα στον καπιταλισμό. Η επιδίωξη του άμεσου ατομικού οφέλους συμπίπτει συχνά με την αναπαραγωγή εκείνων των κοινωνικών σχέσεων που μακροπρόθεσμα αποδυναμώνουν τη συλλογική της θέση. Ο Πουλαντζάς, στο Κράτος, Εξουσία και Σοσιαλισμός, είχε δείξει ότι τα μικροαστικά στρώματα, ακριβώς λόγω της αντιφατικής τους θέσης ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, μπορούν να προσδένονται πολιτικά και ιδεολογικά σε στρατηγικές που εξυπηρετούν την αναπαραγωγή του κυρίαρχου συνασπισμού εξουσίας, ακόμη και όταν αυτές υπονομεύουν τις ίδιες τις υλικές προϋποθέσεις της ύπαρξής τους. Ο Γκράμσι, στα Τετράδια της Φυλακής, θα μιλούσε για ηγεμονία, δηλαδή για τη μετατροπή των συμφερόντων του κυρίαρχου μπλοκ σε «κοινή λογική». Ο Franco Basaglia, στην Εναλλακτική Ψυχιατρική, θα προσέθετε μια ακόμη διάσταση. Η εξουσία δεν επιβάλλεται μόνο απ’ έξω. Εσωτερικεύεται ως φυσική αναγκαιότητα. Το υποκείμενο αρχίζει να επιθυμεί εκείνο ακριβώς που αναπαράγει την εξάρτησή του.
Συμπερασματικά, η πραγματική τραγωδία του σύγχρονου εμποράκου δεν είναι ότι χάνει τον ανταγωνισμό απέναντι στο μεγάλο κεφάλαιο. Είναι ότι καλείται να υπερασπιστεί ως δικό του συμφέρον την αδιάκοπη επέκταση των μηχανισμών που τον εκτοπίζουν. Όταν η μοναδική απάντηση στην κρίση γίνεται η διαρκώς μεγαλύτερη προσέλκυση επενδύσεων, τουριστικών ροών και κεφαλαίων, χωρίς κοινωνικούς όρους, χωρίς θεσμικά αντίβαρα και χωρίς συλλογικό σχεδιασμό, τότε η ιστορική μεταφορά του Μίλερ μετασχηματίζεται. Ο «Θάνατος του Εμποράκου» γίνεται η «Αυτοκτονία του Εμποράκου», όχι επειδή ο ίδιος επιλέγει ελεύθερα την καταστροφή του, αλλά επειδή έχει πεισθεί ότι η αναπαραγωγή των όρων που την προκαλούν αποτελεί τη μοναδική δυνατή στρατηγική επιβίωσης.
Υ.Σ
Για την ιστορία, στην Κρήτη, για παράδειγμα, δημοσιεύθηκαν καταγγελίες σύμφωνα με τις οποίες πελάτες απαίτησαν από εργαζόμενη να αφαιρέσει μπλούζα με σύνθημα υπέρ της Παλαιστίνης προκειμένου να τη φιλοδωρήσουν, ενώ σε άλλη περίπτωση αναφέρθηκε αντιπαράθεση σε κατάστημα εξαιτίας φιλοπαλαιστινιακού συμβόλου. Στη Ρόδο, στον Άγιο Νικόλαο, στη Σύρο και στον Πειραιά, αφίξεις κρουαζιερόπλοιων από το Ισραήλ συνοδεύτηκαν από συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας, ισχυρή αστυνομική παρουσία και πολιτική αντιπαράθεση γύρω από τον πόλεμο στη Γάζα
Η Σύρος αποτελεί, επίσης, ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η τουριστική οικονομία μετατρέπεται σε πεδίο άσκησης οικονομικής, πολιτικής και κρατικής εξουσίας. Τον Ιούνιο του 2026, η άφιξη του κρουαζιερόπλοιου Crown Iris με Ισραηλινούς τουρίστες προκάλεσε νέες κινητοποιήσεις, σε συνέχεια των γεγονότων του 2025, όταν φιλοπαλαιστινιακές διαδηλώσεις είχαν αποτρέψει την αποβίβαση των επιβατών και είχαν οδηγήσει το Επιμελητήριο Κυκλάδων να ζητήσει την προστασία της «εικόνας» του τουριστικού προορισμού. Η απάντηση του κρατικού και τοπικού μηχανισμού το 2026 ήταν αποκαλυπτική. Ο Δήμος, το Επιμελητήριο και οι αστυνομικές αρχές συντόνισαν τη διαχείριση της κρουαζιέρας, επιβάλλοντας εκτεταμένες απαγορεύσεις κυκλοφορίας και δημόσιων συναθροίσεων, ενώ η αποβίβαση πραγματοποιήθηκε υπό δρακόντεια μέτρα ασφαλείας. Οι κινητοποιήσεις της Αντιπολεμικής Πρωτοβουλίας Σύρου με σύνθημα «Κανένα λιμάνι για τη γενοκτονία» αντιμετωπίστηκαν πρωτίστως ως ζήτημα δημόσιας τάξης. Η εικόνα αυτή αποτυπώνει ότι ο τουρισμός δεν αποτελεί έναν ουδέτερο παραγωγικό κλάδο. Αποτελεί πεδίο όπου το κράτος καλείται να διασφαλίσει την ομαλή κυκλοφορία του κεφαλαίου, ακόμη και όταν αυτό συνεπάγεται περιορισμό του δημόσιου χώρου και της κοινωνικής διαμαρτυρίας.
Η Λέσβος και ιδιαίτερα το Πλωμάρι αποκαλύπτουν τη δεύτερη όψη της ίδιας διαδικασίας, δηλαδή τη σταδιακή αναδιοργάνωση της ιδιοκτησίας και του χώρου σύμφωνα με τις ανάγκες της διεθνοποιημένης συσσώρευσης. Εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία, η συνεχής αγορά κατοικιών, οικοπέδων και αγροτεμαχίων από Ισραηλινούς επενδυτές, πολλές φορές μέσω του προγράμματος Golden Visa, συνοδεύεται από ανακαινίσεις, νέες τουριστικές εγκαταστάσεις και αυξανόμενη συγκέντρωση γης σε περιοχές υψηλής τουριστικής αξίας. Η διαδικασία αυτή δημιούργησε μια σαφή κοινωνική διαίρεση. Από τη μία πλευρά διαμορφώθηκε ένα τοπικό μπλοκ συμφερόντων, αποτελούμενο από μεσίτες, εργολάβους, κατασκευαστές και τμήματα της επιχειρηματικής ελίτ που ωφελούνται άμεσα από την επέκταση των επενδύσεων. Από την άλλη, κάτοικοι και τοπικοί φορείς κατήγγειλαν καταπατήσεις δημόσιων εκτάσεων, παρεμβάσεις σε ρέματα, κλείσιμο προσβάσεων προς παραλίες, κοπή δέντρων, αυθαίρετες κατασκευές, νέες γεωτρήσεις και ακόμη και εγκατάσταση παράνομου τελεφερίκ, θεωρώντας ότι το φυσικό και κοινωνικό τοπίο υποτάσσεται σταδιακά στη λογική της επενδυτικής αξιοποίησης.
Το καλοκαίρι του 2025, οι ειρηνικές εκδηλώσεις αλληλεγγύης προς τον παλαιστινιακό λαό συνοδεύτηκαν, σύμφωνα με τοπικές καταγγελίες, από στοχοποίηση επιχειρήσεων και κατοίκων που εξέφραζαν δημόσια τη θέση τους. Όταν ο Πολιτιστικός Σύλλογος «Αλκαίος» μίλησε για μια ευρύτερη «εποικιστική» στρατηγική μεγάλων ξένων κεφαλαίων, διευκρίνισε ρητά ότι η κριτική του δεν στρεφόταν κατά της εθνικής καταγωγής των επενδυτών αλλά κατά συγκεκριμένων πρακτικών ιδιοκτησιακής επέκτασης και περιβαλλοντικής υποβάθμισης. Η αντιπαράθεση που ακολούθησε, με την αντίθετη πλευρά να επικαλείται την οικονομική ανάπτυξη και την καταπολέμηση του «ρατσισμού», ανέδειξε ότι το πραγματικό διακύβευμα δεν ήταν πολιτισμικό ούτε εθνικό. Ήταν η σύγκρουση ανάμεσα στη λογική της κοινωνικής χρήσης του χώρου και στη λογική της κεφαλαιακής αξιοποίησής του, ανάμεσα στα κοινωνικά συμφέροντα των τοπικών κοινοτήτων και στις επιταγές της διεθνοποιημένης συσσώρευσης κεφαλαίου.

