«Η μουσική έχει να πει κάτι, το οποίο καθαρά ειπωμένο ρητά ή γραπτά δεν αρθρώνεται με τον ίδιο τρόπο αλλά αυτό που έχει να πει είναι αντιληπτό και κατανοητό από διαφορετικούς ανθρώπους»1
Τίθεται λοιπόν το ερώτημα αν η μουσική μπορεί να αποτελέσει μια αυτόνομη μορφή αντίστασης σε προσωποπαγή αυταρχικά καθεστώτα και πώς αυτή μπορεί να λειτουργήσει ως διέξοδος μέσα από τον τρόμο του πολέμου και τις σκοτεινές εξελίξεις του κόσμου γύρω μας. Η μεγάλη διαμάχη που φλέγεται από την ρωσική εισβολή στα σύνορα της Ουκρανίας και ο νέος πόλεμος στην Εγγύς Ανατολή φαίνεται να έχουν κάποια καθαρτικά στοιχεία διάσπαρτα, που περιμένουν να εντοπιστούν μέσα στις φρικαλεότητες. Το κείμενο αυτό αποτελεί μια αναζήτηση της μουσικής παραγωγής ως αντίσταση σε κάθε μορφή επιβολής, εξετάζοντας την πρωτοπορία σε ένα εννοιολογικό επίπεδο, πέρα από την αυθεντική εναντίωση στις πρώτες γραμμές.
Στη «Φιλοσοφία της Νέας μουσικής»2 σημειώνεται ότι στην τέχνη δεν έχουμε να κάνουμε με ένα «ευχάριστο ή χρήσιμο παιγνίδι», αλλά με μια «ανέλιξη της αλήθειας». Η μουσική συγκροτείται ως πράξη αντίστασης όταν αρνείται τον εμπορικό εκφυλισμό και την «ψεύτικη ειρήνη» της μαζικής κουλτούρας. Όπως υπογραμμίζει ο Adorno, «μόνο στις ακραίες περιπτώσεις βρίσκεται η ουσία αυτής της μουσικής χαραγμένη • μόνο αυτές επιτρέπουν την γνώση του περιεχομένου της σε αλήθεια». Η παρακάτω ιστορική αναδρομή επιβεβαιώνει αυτήν την τάση. Η ουκρανική καλλιτεχνική παραγωγή μας έχει χαρίσει, παρά τις υποβόσκουσες θηριωδίες, μουσικά διαμάντια όπως το «Vesna» από το σχήμα DakhaBrakha. Στον αντίποδα, η ρωσική παραγωγή δείχνει ενδιαφέροντα σημάδια αντίστασης στην πολεμική ιμπεριαλιστική προπαγάνδα. Ενδεικτικό είναι το τραγούδι του Andrei Stychkin για την εισβολή στο Νταγκεστάν, καθώς και πλήθος άλλων τραγουδιών τα οποία αποτυπώνουν την μετάνοια της εισβολής στο Αφγανιστάν και την Τσετσενία. Πρόκειται για μια χαρακτηριστική Ευρασιατική στιχουργική κατά την οποία οι ζοφερές περιγραφές του πολέμου δένονται λυπητερά με συναισθηματικά λόγια προς οικογενειακά πρόσωπα στα μετόπισθεν. Σήμερα η ρωσική παραγωγή δίνει όμοια απάντηση με σκληρή κριτική στο καθεστώς Πούτιν, όπως στην περίπτωση του Gio Pika, στο κομμάτι «Κρατικοδίαιτη Πατρίδα», με ανατριχιαστικές αλληγορικές αναφορές συνοδευόμενες από έναν μοντέρνο ραπ ήχο.
Ωστόσο η μουσική χρησιμοποιήθηκε και ως προπαγάνδα για την προάσπιση καταπιεστικών ιδεών, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το είδος turbo–folk κατά τις γιουγκοσλαβικές συγκρούσεις, όπως αναφέρει η Martina Plantak3, λειτούργησε ως ένα «εξειδικευμένο κιτς είδος μουσικής ως αντιπερισπασμός στους εμφυλίους», πρεσβεύοντας εθνικές εκκαθαρίσεις και τον ευφημισμό εγκλημάτων πολέμου. Η μουσική, όταν παραμένει ριζοσπαστική, «τοποθετεί απέναντι στο παντοδύναμο επικαιρικό στυλ του φθορισμού εκείνο το καταπιεσμένο σκοτεινό, και βοηθάει στην διαφώτιση μόνο και μόνο παραπέμποντας συνειδητά την φωτεινότητα του κόσμου στο σκοτάδι του».
Σε έναν κόσμο όπου η ιστορική βία και η «μανία της εξαφάνισης», καθιστούν κάθε συμβιβασμό αδύνατο, η μουσική παραμένει η μόνη γλώσσα που μπορεί να αρθρώσει την αλήθεια όχι μόνο της ανθρώπινης οδύνης αλλά και αντίστασης.
*Σημείωση: Οι τίτλοι των μουσικών κομματιών στο κείμενο λειτουργούν ως ενεργοί σύνδεσμοι (links) προς το αντίστοιχο οπτικοακουστικό υλικό, το οποίο διαθέτει ως επί το πλείστον υπότιτλους.
1Bleiker, 2006, όπως αναφέρουν οι Ubaldo & Hintjens, 2014, σ. 183
2Theodor W. Adorno, ΕΠΟΠΤΕΙΑ τ. 78, μτφρ. Χαρά Τόμπρα
3Plantak, M. (2021). Research in Social Change, 12(2), 26-41. https://doi.org/10.2478/rsc-2020-0007
Αναφορές:
- Adorno, T. W. (1984). Φιλοσοφία της Νέας Μουσικής. Μτφρ. Χ. Τόμπρα. Αθήνα: Περιοδικό ΕΠΟΠΤΕΙΑ, τ. 78.
- Bleiker, R. (2006). Visual Art as an Avenue of Resistance. Στο: Ubaldo, R. & Hintjens, H. (επιμ.) (2014). The Global Struggle for Human Rights. London: Routledge.
Plantak, M. (2021). “Music and Politics in the Former Yugoslavia: From Turbo-folk to Post-Yugoslav Resistance”. Research in Social Change, 12(2), 26-41. https://doi.org/10.2478/rsc-2020-0007

