Πηγή: Documento
Αφορμή για το ερώτημα του τίτλου είναι το άρθρο του Άδ. Γεωργιάδη που δημοσιεύθηκε στην Εφ.Συν και το οποίο πραγματεύτηκε το εν λόγω ζήτημα.
Αφορμή για το ερώτημα του τίτλου είναι το άρθρο του Άδωνι Γεωργιάδη που δημοσιεύθηκε στην ΕφΣυν και το οποίο πραγματεύτηκε το εν λόγω ζήτημα.[1] Δεν είναι η πρώτη φορά που γίνεται λόγος «περί ιδεολογικής ηγεμονίας της αριστεράς» αφού στο παρελθόν το δίδυμο Βορίδη-Γεωργιάδη έχει πρωτοστατήσει σε αυτόν τον «ευγενή» αγώνα. Ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Α. Τι ακριβώς εννοούνε με τον όρο ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς;
Έλεγε στο παρελθόν ο Βορίδης επικαλούμενος τον… Γκράμσι: «Μπορεί να έχεις την πολιτική εξουσία και στην πραγματικότητα να μην μπορείς να την κάνεις τίποτα γιατί είναι διαμορφωμένο ένα ολόκληρο περιβάλλον παντού. (…) Τι είναι η ιδεολογική ηγεμονία; Η κατοχή των ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους, στην ορολογία της Αριστεράς, και στη δική μας των ιδεολογικών μηχανισμών. Μπορεί να είναι του κράτους, μπορεί και να μην είναι. Είναι οι μηχανισμοί που παράγουν αξίες».[2]
Στην ίδια παρέμβασή του αναρωτιόταν με αγανάκτηση «πώς είναι δυνατόν η ακροαριστερά και η αριστερά να διαθέτουν πλειοψηφίες σε σωματεία» ή «πώς μπορούν να κυριαρχούν οι αριστεροί στον καλλιτεχνικό κόσμο».
Ο Γεωργιάδης στο πρόσφατο άρθρο του διαπιστώνει ότι «η αριστερά όπου και αν κυριάρχησε έφερε μόνο μιζέρια, φτώχεια και οπισθοδρόμηση, αφού δαιμονοποίησε την ατομική πρωτοβουλία και την ελεύθερη αγορά» και επικαλείται το παράδειγμα των πρώην σοσιαλιστικών χωρών και τη μεταμόρφωσή τους μετά την καπιταλιστική παλινόρθωση. Και καταλήγει: «αν ο κόσμος προκόψει, αν ο Έλληνας γίνει ανεξάρτητος και πλούσιος, η αριστερά χάνει τον λόγο ύπαρξής της. Γι’ αυτό πολεμούν κάθε μεταρρύθμιση, γι’ αυτό κλείνουν τους δρόμους, γι’ αυτό μισούν την ιδιωτική πρωτοβουλία». Τέλος ταυτίζει την αγάπη προς την πατρίδα με τον πόλεμο ενάντια στην ηγεμονία της αριστεράς.
Δεν θέλουμε να ταράξουμε τον υπουργό αλλά πρέπει να τον πληροφορήσουμε ότι εκτός των σοσιαλιστικών χωρών και το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα μεταπολεμικά είχε στην κατοχή του ουκ ολίγες επιχειρήσεις και επέβαλλε υψηλή φορολογία στους πλούσιους. Και ότι μετά τις ιδιωτικοποιήσεις σε ρεύμα, νερό, επικοινωνία, συγκοινωνίες, παιδεία, υγεία και τη συρρίκνωση του δημόσιου τομέα έχει ανέβει το κόστος ζωής και έχει κατέβει η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών.
Όσον αφορά την αγάπη προς την πατρίδα τι να πει κανείς; Μιλάμε για την πλήρη διαστροφή των εννοιών. Γιατί αν η αγάπη προς την πατρίδα εκφράζεται με χρηματική βοήθεια στον Ζελένσκι, με τη συμπόρευση με το γενοκτόνο Ισραήλ, με την ενεργειακή εξάρτηση της χώρας, με τη διατήρηση όλων των μνημονιακών νόμων που κονιορτοποιούν τις ζωές μας, με την αδιανόητη ακρίβεια, τότε οι λέξεις πραγματικά έχουν χάσει το νόημά τους.
Β. Τι στα αλήθεια εννοούνε
Δηλώνουμε με απόλυτη βεβαιότητα ότι τα όσα λένε Βορίδης και Γεωργιάδης δεν τα πιστεύουν. Η μάχη τους ενάντια στη λεγόμενη ηγεμονία της Αριστεράς δεν εδράζεται απλώς και μόνο πάνω σε μια ιδεολογική αντιπαράθεση αλλά στο βαθύ ταξικό τους μίσος για τα λαϊκά στρώματα και τους κοινωνικούς αγώνες. Καμώνονται ότι η Αριστερά επιτελεί έναν οπισθοδρομικό, για την κοινωνία, ρόλο κατασκευάζοντας συνειδητά μια ψευδή εικόνα προκειμένου να δικαιολογήσουν το πολεμικό μέτωπο που έχουν ανοίξει. Επιθυμούν διακαώς να μπορούν να διαμορφώνουν ένα νομικό πλαίσιο που να εξυπηρετεί την απρόσκοπτη (βλέπε ασύδοτη) κίνηση των κεφαλαίων, να εφαρμόζουν πολιτικές συμπίεσης των εργατικών εισοδημάτων και κατακρήμνισης των εργασιακών δικαιωμάτων δίχως την παραμικρή αντίσταση.
Επιδιώκουν, συγχρόνως, λυσσωδώς να σβήσουν οι ιστορικές μνήμες. Γιατί είναι αυτοί που βγάζουν χολή με το ΕΑΜ, τον ΕΛΑΣ, την ΕΠΟΝ, τον ΔΣΕ, τους Λαμπράκηδες και την ΕΔΑ, με την εξέγερση του Πολυτεχνείου, με τις μεγάλες μεταπολιτευτικές απεργίες, με τους αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες. Λογικό αφού πρόκειται για τους πολιτικούς απογόνους των δωσιλογικών κυβερνήσεων, των κουκουλοφόρων που «έδιναν» τους Έλληνες πατριώτες στους Γερμανούς ναζί, του εμφυλιοπολεμικού κράτους, της επταετούς χούντας. Δεν έχουν κανένα πρόβλημα, ηθικό ή πολιτικό, με τις εξορίες, τις φυλακίσεις, τις διώξεις και τις εκτελέσεις των κομμουνιστών. Άλλωστε καλό είναι να θυμηθούμε πως ο Τασούλας δήλωσε δίχως κανένα ενδοιασμό πως «Ο θάνατος του Μπελογιάννη ήταν σκληρότατος. Η θανατική ποινή είναι μια σκληρότατη πράξη. Αλλά δεν μπορεί εν ονόματι μιας σκληρότατης πράξης που μπορεί κανείς να την κρίνει, αν ήταν άδικη ή δίκαιη (σ.σ. άρα μπορεί να ήταν και δίκαιη…), να θεωρούμε ότι η επιδίωξη επιβολής κομμουνιστικής δικτατορίας συνιστά πράξη υπέρ της Δημοκρατίας. Εάν είχε επικρατήσει η άλλη παράταξη στη χώρα μας, δεν θα επιτρεπόταν, όχι απλώς να πω αυτά, αλλά δεν θα επιτρεπόταν ούτε να τα σκεφτώ αυτά».[3] Παλαιολιθικός, χοντροκομμένος αντικομμουνισμός…
Γ. Πώς εξηγούνε τη λεγόμενη ηγεμονία της Αριστεράς;
Μια απόπειρα ερμηνείας, από συντηρητική σκοπιά, για την ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς την έχει επιχειρήσει στο παρελθόν ο Γιάννης Νικολής, ιδρυτής της Λέσχης Φιλελεύθερου Προβληματισμού στη Θεσσαλονίκη.[4] Μας εξηγεί, λοιπόν, ότι η συλλογική κυριαρχία-ηγεμονία της αριστεράς ερμηνεύεται α) με το ιδεολογικό υπόβαθρο των νικητών του εμφυλίου, υπονοώντας ότι ήταν ανεπαρκές, β) με την έλλειψη ιδεολογικής αντιπαράθεσης από τη μεριά των νικητών και γ) με την αγιοποίηση της αριστεράς.
Η διαπίστωση περί ελλιπούς ιδεολογικού υποβάθρου των νικητών θέλει να μετατοπίσει το πρόβλημα σε μια απλή ιδεολογική αντιπαράθεση νικητών-ηττημένων. Ο Νικολής, όμως, είτε ψεύδεται είτε δεν γνωρίζει. Και αυτό γιατί αν δει κάποιος τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα της ΚΥΠ και πώς το κράτος και παρακράτος προσπαθούσε να αλώσει το τότε ΚΚΕ,[5] θα καταλάβει ότι επρόκειτο για μια πολύ μελετημένη και μεθοδευμένη ιδεολογική και πολιτική δουλειά και καθόλου μα καθόλου ερασιτεχνική. Το ίδιο θα διαπιστώσει διαβάζοντας κάποιος το πόνημα του επίσημου προπαγανδιστή της Χούντας, Γεωργαλά περί προπαγάνδας.[6] Επιχειρείται, λοιπόν, η ταξική αντιπαράθεση (που εμπερικλείει το οικονομικό, το πολιτικό και ιδεολογικό στοιχείο) να αποκρυφτεί και όλα να αναχθούν σε μια ιδεολογική κόντρα. Βολικό μεν, αποπροσανατολιστικό δε.
Μας λέει, ακόμη, ότι το σύνθημα «ψωμί-παιδεία-ελευθερία, ως ιαχή τράνταζε τα αμφιθέατρα αλλά και τις καρδιές των φοιτητών στη μεταχουντική Ελλάδα εγγράφοντας την αγιότητα της αριστεράς». Η ηγεμονία εντάθηκε, πάντα κατά τη γνώμη του Νικολή, «μέσω της αξιοποίησης των ηρώων της αριστεράς» και συνεχίζει γράφοντας ότι «τίποτα από αυτά που ισχυριζόταν η αριστερά δεν ισχύει» δηλαδή οι αριστεροί δεν ήταν τίμιοι άνθρωποι και δεν ήταν ήρωες της προσφοράς και της ανιδιοτέλειας προς τον λαό. Και καταλήγει πως «ενώ το μετεμφυλιακό κράτος πραγματικά κυνήγησε τους αριστερούς (σ.σ. πάλι καλά που το παραδέχεται), όσοι αριστεροί δεν ενέδωσαν στις πιέσεις φόρεσαν το στεφάνι του αγίου, του αδιάφθορου, του καλού του κατατρεγμένου αγωνιστή».
Στην παραπάνω «περισπούδαστη» τοποθέτηση υπάρχουν δύο ακόμη προβλήματα. Καταρχάς το αίτημα «ψωμί-παιδεία-ελευθερία» ήταν ένα πανδημοκρατικό αίτημα που συγκινούσε και αγκάλιαζε κόσμο και πέρα από την Αριστερά. Αλλά πραγματικά αναρωτιέται κανείς αν το «ψωμί-παιδεία-ελευθερία» είναι, κατά τον συγγραφέα, ένα απορριπτέο αίτημα για το τότε και το σήμερα. Γιατί αν το αρνείται θα μπορούσε να προτείνει στη θέση του το «λιτότητα-αμορφωσιά-σκλαβιά».
Το δεύτερο πρόβλημα είναι ηθικής και πολιτικής τάξης. Με περίσσια θρασύτητα μας λέει ότι οι αριστεροί στους αγώνες που είχαν δώσει «δεν ήταν τίμιοι άνθρωποι, δεν ήταν ήρωες της προσφοράς και ότι δεν ήταν ανιδιοτελείς και πως όσοι άντεξαν φόρεσαν και το φωτοστέφανο του αγίου». Πρόκειται για προσβολή τεραστίων διαστάσεων. Οι κομμουνιστές και ειδικά αυτοί που δεν υπέγραψαν τις δηλώσεις μετάνοιας και για δεκάδες χρόνια ταλαιπωρήθηκαν θυσιάζοντας τα πάντα από την προσωπική τους ζωή με μερικούς από αυτούς να οδηγούνται στο εκτελεστικό απόσπασμα, δεν φόρεσαν κανένα φωτοστέφανο από μόνοι τους. Αυτοδίκαια απέκτησαν τον τίτλο του ήρωα, του ανιδιοτελούς αγωνιστή και έγιναν στα μάτια του λαού γίγαντες.
Ο κάθε Νικολής νιώθει ότι δεν μπορεί να συγκριθεί με το ανάστημα αυτών των ανθρώπων και ως εκ τούτου εκτός από την πολιτική στόχευση, υπάρχει και μια ψυχολογική διάσταση. Αισθάνονται πως είναι πολύ μικροί μπροστά σε ήρωες με τους οποίους όχι δεν μπορούν να συγκριθούν, αλλά δεν μπορεί να γίνει εξ ορισμού σύγκριση. Πρόκειται απλώς για δυο διαφορετικούς κόσμους που ούτε εφάπτονται, ούτε τέμνονται. Είναι ασύμβατοι.
Δ. Η ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς εδράζεται σε κάποια πραγματικότητα;
Η ιδεολογική ηγεμονία μιας τάξης δεν μπορεί παρά να εδράζεται στην πολιτική και οικονομική ηγεμονία. Η Αριστερά στην Ελλάδα δεν είχε ποτέ στα χέρια της τις κρατικές δομές, τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους και πολύ περισσότερο την οικονομική κυριαρχία επί άλλων τάξεων. Μόνη φωτεινή εξαίρεση –όσον αφορά τις κρατικές δομές– ήταν η ελεύθερη Ελλάδα, περίοδος κατά την οποία προέκυψαν πρωτότυποι λαογέννητοι θεσμοί και μια άλλη αντίληψη, ποιοτικά ανώτερη, για τη δημοκρατία. Αλλά αυτό ανακόπηκε από τη συνεργασία της εγχώριας αστικής τάξης με τον αγγλικό ιμπεριαλισμό και την κατάπνιξη της ελληνικής επανάστασης.
Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος έχει πει χαρακτηριστικά αναφερόμενος στον εμφύλιο: «Η νίκη που συντελείται με τα όπλα δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην και ηθική νίκη. Και η ήττα που οφείλεται στα όπλα δεν σημαίνει πάντοτε ηθική ήττα».[7] Με αυτή του τη διαπίστωση εξέφραζε μια αλήθεια. Το 1944 το ΕΑΜ είχε φτάσει τα 1,5 εκατομμύρια μέλη και το ΚΚΕ τις 450.000.[8] Ο αστικός κόσμος ήταν απαξιωμένος στη λαϊκή συνείδηση αφού είχε προτιμήσει τη συνεργασία με τον κατακτητή και τη φυγή στο εξωτερικό. Στις εκλογές που οργανώθηκαν τον Απρίλιο του 1944 για την ανάδειξη Εθνικού Συμβουλίου στο πλαίσιο της ΠΕΕΑ, συμμετείχε μεγαλύτερος αριθμός ανθρώπων από ό,τι στις τελευταίες εκλογές πριν την έναρξη του πολέμου και με τη συμμετοχή για πρώτη φορά γυναικών και νέων από 18 ετών.[9] Επιπλέον, ένα τμήμα της νέας αστικής τάξης που συγκροτήθηκε μεταπολεμικά είχε προκύψει μέσα από τον μαυραγοριτισμό. Επομένως, ως ένα βαθμό τα περί ηγεμονίας έχουν κάποια βάση, κάτι για το οποίο φρόντισε με τη στάση της και η ίδια η ελληνική αστική τάξη και το πολιτικό της προσωπικό.
Αν μπορούμε να μιλήσουμε για μια μορφή ιδεολογικής ηγεμονίας μεταπολιτευτικά θα την κωδικοποιούσαμε α) στη μεγάλη επιρροή της Αριστεράς στα συνδικάτα η οποία πλέον έτσι κι αλλιώς δεν υφίσταται στο σήμερα, β) στη διευρυμένη επιρροή της Αριστεράς στον τομέα του πολιτισμού που εκφράστηκε, για παράδειγμα, με την άνθηση του πολιτικού τραγουδιού, γ) στο αντιιμπεριαλιστικό κίνημα και τους εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές που διαδήλωναν κατά των αμερικανικών βάσεων έξω από την αμερικανική πρεσβεία και δ) με την επιρροή το σοσιαλιστικών-κομμουνιστικών οραμάτων σε μεγάλα νεολαιίστικα τμήματα.
Η επιρροή αυτή ήταν προϊόν της συλλογικής μνήμης που είχε ρίζες στην Εθνική Αντίσταση, στην ακτινοβολία της Σοβιετικής Ένωσης κατόπιν της ήττας του φασιστικού άξονα, στα κοινωνικά οράματα και στα μεταπολεμικά κοινωνικά κινήματα διεθνώς, στις ηρωικές μορφές στην Ελλάδα και παγκοσμίως που ενσάρκωναν συγκεκριμένες ιδέες και θυσίες.
Ωστόσο πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι διευρυμένη επιρροή δεν σημαίνει κυριαρχία των παραπάνω κοινωνικών φαινομένων στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας. Ειδικά σήμερα έχουμε περιέλθει σε μια περίοδο βαθιάς συντηρητικοποίησης της ελληνικής κοινωνίας και αν έχει και κάποιο νόημα να μιλάμε για ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς τις δεκαετίες του ’70 και του ’80, σήμερα αυτή η διαπίστωση στερείται πλήρως νοήματος.
Κι όμως! Παρά τη βαθιά και παρατεταμένη κρίση του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, παρά τη χαμηλή συνδικαλιστική πυκνότητα, παρά το γεγονός ότι οι νικηφόροι αγώνες έχουν αραιώσει, η ιδεολογική και πολιτική εκστρατεία που βρίσκεται σε εξέλιξη και θέλει να μας πείσει για την ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς στο παρελθόν ή στο παρόν έχει στραμμένο το βλέμμα της στο μέλλον. Οι κοινωνικές πιέσεις είναι αφόρητες, υπάρχει εκτεταμένη δυσαρέσκεια και θυμός (παρά τη συντηρητικοποίηση) και κανείς δεν μπορεί να προβλέψει αν η δυσαρέσκεια θα εκφραστεί πολιτικά, πώς και πότε. Αυτός είναι ο φόβος και το άγχος που κρύβεται πίσω από τις αναλύσεις περί ηγεμονίας. Είναι μια προληπτική ιδεολογική παρέμβαση που θέλει να ελαχιστοποιήσει ή να εκμηδενίσει τις πιθανότητες να υπάρξουν στο μέλλον κοινωνικές εκρήξεις που να αμφισβητήσουν όχι απλώς και μόνο μια κυβέρνηση αλλά το ίδιο το σύστημα.
Τέλος, θα μπορούσε κάποιος να εικάσει ότι το θέμα περί ηγεμονίας ξαναβγήκε στην επιφάνεια και για έναν πρόσθετο λόγο που έχει να κάνει με τη δημοσίευση των φωτογραφιών των 200 εκτελεσμένων κομμουνιστών στην Καισαριανή.[10] Οι φωτογραφίες αυτές προκάλεσαν πολλαπλά εγκεφαλικά στο συντηρητικό μπλοκ και αποτέλεσαν ένα ιστορικό ντοκουμέντο που κάποιους τους πόνεσε πολύ. Και τους πόνεσε πολύ γιατί ανέδειξε τους δύο κόσμους: από τη μια οι 200 μελλοθάνατοι βάδιζαν τραγουδώντας ευθυτενείς και αγέρωχοι προς το εκτελεστικό απόσπασμα και από την άλλη υπήρχε ο εσμός των δωσίλογων, των μαυραγοριτών, των γερμανοτσολιάδων. Δεν είναι μόνο οι ταξικές επιδιώξεις. Είναι και ο ρεβανσισμός.
ΥΓ.: Επειδή ο Άδωνις Γεωργιάδης επικαλείται ως παράδειγμα προς μίμηση την Πολωνία η οποία κατά τα γραφόμενά του προσεγγίζει το επίπεδο ανάπτυξης δυτικών χωρών θα θέλαμε να κάνουμε δύο διευκρινίσεις. Όταν μιλάμε για επίπεδο δυτικών χωρών τι ακριβώς εννοούμε; Για να μην παραθέσουμε έναν ολόκληρο κατάλογο, θα αναφέρουμε μόνο την περίπτωση της λεγόμενης ατμομηχανής της ευρωπαϊκής οικονομίας, δηλαδή τη Γερμανία. Το καμάρι της βιομηχανίας της, η Volkswagen, έχει προαναγγείλει την απόλυση 100.000 εργαζομένων της εταιρείας. Επιπλέον, περίπου 7 εκατομμύρια εργαζόμενοι στη Γερμανία έχουν μηνιαίο μισθό κάτω των 1.000€. Όσον αφορά ειδικά την Πολωνία, 5 εκατομμύρια περίπου άνθρωποι βρίσκονται κάτω από το όριο φτώχειας. Απέναντι στους εξωραϊσμούς υπάρχει και η πραγματικότητα.
* Ο Βασίλης Λιόσης είναι εκπαιδευτικός-συγγραφέας
[1] https://www.efsyn.gr/stiles/1409652/giati-polemao-tin-ideologiki-igemonia-tis-aristeras/
[2] https://tvxs.gr/news/ellada/o-boridis-analyei-gkramsi-kai-akro-aristero-lazopoylo/
[3] https://www.naftemporiki.gr/society/201438/k-tasoulas-o-belogiannis-den-agonistike-gia-ti-dimokratia/
[4] https://www.capital.gr/me-apopsi/3282021/i-agiopoiisi-tis-aristeras/
[5] Βλέπε αναλυτικότερα https://www.nis.gr/el/historical-archive/6794
[6] Βλέπε αναλυτικότερα Γεωργαλάς Γεώργιος, Η προπαγάνδα, Αθήναι, 1967.
[7] Κωνσταντίνος Κανελλόπουλος, Εισοδήματα και φτώχεια στην Ελλάδα: Προσδιοριστικοί παράγοντες, σελ. 153, Αθήνα,1986.
[8] https://www.theseis.com/index.php?option=com_content&view=article&id=212:category-212&catid=93&highlight=WyJcdTAzYmFcdTAzYmFcdTAzYjUiLCJcdTAzYmFcdTAzYmFcdTAzYjUnIl0=&Itemid=113
[9] Λυμπεράτου Μιχάλη, «Η κοινωνική φυσιογνωμία του ΕΑΜ» στο: ΕΑΜ, 70 χρόνια από την ίδρυσή του, εκδ. Ε Ιστορικά, σελ. 148, 2011.
[10] Βλέπε αναλυτικότερα το κείμενό μου στο fb «Πώς οι φωτογραφίες των 200 προκάλεσαν πολλαπλά εγκεφαλικά».

