Οι άνθρωποι του Νοέμβρη: Κώστας Τζιαντζής και Γιώργος Μανιάτης, του Θανάση Σκαμνάκη

 

Μόλις πατήσει αυτός ο μήνας την πρώτη του ημέρα ανοίγει το μεγάλο στόμα του χάους και μας υπενθυμίζει την ερημία.

Ο Κώστας Τζιαντζής πριν δεκαπέντε χρόνια, την 1/11/11, ο Γιώργος Μανιάτης πριν τρία, την 1/11/2023  άνοιξαν ένα κενό στη ζωή μας και κατέλαβαν έναν τεράστιο όγκο στη μνήμη μας. Μας λείπουν κατ’ εξακολούθηση. Δεν είναι μόνο οι φίλοι μας που χάσαμε. Είναι οι πολύτιμοι άνθρωποι που δεν βρίσκονται παρόντες σε περίπλοκους καιρούς, δηλαδή τώρα – και το τώρα είναι μεγάλης διάρκειας!

Συνηθίσαμε να ακούμε (και μερικές φορές μηχανικά να επαναλαμβάνουμε) πως ουδείς αναντικατάστατος. Αλλά δεν είναι αλήθεια.

Είναι μια ακόμη κοινοτοπία που θεωρεί πως παίρνει αξία επαναλαμβανόμενη ενώ απλώς αποδεικνύει τη ρηχότητα μιας συνήθειας. Γιατί καθένας άνθρωπος είναι μοναδικός και ανεπανάληπτος, κι αν για μερικούς ανθρώπους ισχύει το ότι μπορεί να αντικατασταθούν εύκολα σε θέσεις ευθύνης, αλλά ποτέ στην καρδιά εκείνων που τους έχουν αγαπήσει, δεν ισχύει για εκείνους που αφήνουν ισχυρό προσωπικό αποτύπωμα, στη ζωή τους, στη ζωή των άλλων και στην μικρή και μεγάλη ιστορία.

Έτσι που συνέπεσε ο ημερομηνία του θανάτου και των δυο ανεπανάληπτων ανθρώπων μας, κάνουμε μια συνολική σπονδή, να στάξουμε λίγο νερό, ένα σπυρί στάρι, μια πρέζα αλάτι και δυο σπαραγμούς. Μνησιπήμων πόνος, που έλεγε ο ποιητής.

Θα συνεχίσω μένοντας στην παρηγορητική λειτουργία της ποίησης, καθώς ο ποιητής (Γιώργος Σεφέρης) μιλούσε για όσα θέλω να σας πω με λίγα λόγια, πιο βαθιά και πιο έγκυρα:

«Δεν έχει ασφοδίλια, μενεξέδες, μήτε υάκινθους·

πώς να μιλήσεις με τους πεθαμένους.

Οι πεθαμένοι ξέρουν μονάχα τη γλώσσα των λουλουδιών·

γι’ αυτό σωπαίνουν

ταξιδεύουν και σωπαίνουν, υπομένουν και σωπαίνουν

παρά δήμον ονείρων, παρά δήμον ονείρων.

….

Είναι βαρύ και δύσκολο, δε μου φτάνουν οι ζωντανοί·

πρώτα γιατί δε μιλούν, κι ύστερα

γιατί πρέπει να ρωτήσω τους νεκρούς

για να μπορέσω να προχωρήσω παρακάτω.»

(Ο Στράτης Θαλασσινός ανάμεσα στους αγαπάνθους)

Στην Οδύσσεια ο ψυχοπομπός Ερμής οδηγεί τις ψυχές των σκοτωμένων μνηστήρων «παρά δῆμον ὀνείρων» – δηλαδή δίπλα από τον τόπο των ονείρων, στον δρόμο προς τον κάτω κόσμο.

Οι ασφόδελοι, οι μενεξέδες, οι υάκινθοι είναι συνδεδεμένα με τους νεκρούς.

Στην ελληνική μυθολογία οι ασφόδελοι, τα ασφοδίλια, τα λέμε και σπερδούκλια, αποτελούσαν την τροφή των νεκρών στον Άδη. Στον Όμηρο αναφέρεται ο Ασφοδελός λειμώνας ως η περιοχή του κάτω κόσμου όπου ζουν οι ψυχές των κοινών ανθρώπων.

Οι δικοί μας άνθρωποι διανύσανε το δρόμο των κοινωνικών ονείρων οδεύοντας προς το αναπάντεχο τέλος τους, αλλά εξακολουθούν να συνομιλούν μαζί μας με τους δικούς μας και τους δικούς τους τρόπους.

Σε αυτή τη συνομιλία μας με τη μνήμη κοιτάζω πίσω σαν σε κάμπο που τον διανύσαμε ως εδώ κι αναγνωρίζω πρόσωπα και ιστορίες, πολλούς ασφόδελους που τρέφουν τους πολλούς νεκρούς μας («Ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας»). Και πολλά κενά σημεία που χάσκουν σαν τρύπες στο κενό.

Και πάλι ο ποιητής ας εξηγήσει:

«Την πίκρα να βλέπεις τους συντρόφους σου καταποντισμένους μέσα στα στοιχεία, σκορπισμένους: έναν-έναν

Και πόσο παράξενα αντρειεύεσαι μιλώντας με τους πεθαμένους, όταν δεν φτάνουν πια οι ζωντανοί που σου απομέναν». (Πάνω σ’ έναν ξένο στίχο)

«Καθώς περνούν τα χρόνια

πληθαίνουν οι φωνές που σε καταδικάζουν·

καθώς περνούν τα χρόνια και κουβεντιάζεις με λιγότερες φωνές,

βλέπεις τον ήλιο μ’ άλλα μάτια·» (Το ναυάγιο της Κίχλης)

Αλλά δεν μας αφήνουν να παραδοθούμε σε μοίρα που δεν επιλέξαμε. Και ο ποιητής και οι χαμένοι μας σύντροφοι, έχουν έναν καλό λόγο να πουν για το παρόν μας και μια αισιοδοξία να εμφυσήσουν για το μέλλον μας, ή για το μέλλον γενικώς, Να μας χαράξουν δρόμους:

«κι όταν γυρεύεις το θαύμα πρέπει να σπείρεις το αίμα σου

στις οχτώ γωνιές των ανέμων

γιατί το θαύμα δεν είναι πουθενά παρά κυκλοφορεί μέσα στις φλέβες του ανθρώπου». (Ημερολόγιο Καταστρώματος Α΄)

Για το τέλος κράτησαν μερικούς άλλους στίχους, γιατί μ’ αυτούς σχεδόν μ’ αποχαιρέτισε ο Κώστας, τούς οποίους στα τόσα χρόνια που πέρασαν χωρίς εκείνον μπόρεσα να νιώσω, ως ευχή, ελπίδα και παρότρυνση:

«Τραγούδησε μικρή Αντιγόνη, τραγούδησε, τραγούδησε…

δε σου μιλώ για περασμένα, μιλώ για την αγάπη·

στόλισε τα μαλλιά σου με τα αγκάθια του ήλιου,

σκοτεινή κοπέλα·

η καρδιά του Σκορπιού βασίλεψε,

ο τύραννος μέσα απ’ τον άνθρωπο έχει φύγει»… (Το ναυάγιο της Κίχλης)

Είναι τα λόγια που μας κρατάνε. Όσα ειπώθηκαν και όσα εννοήθηκαν σε μυσταγωγικές ώρες κι όσα ρίζωσαν με κάθε τρόπο και μένουν, κάνουν νοήματα και δίνουν νόημα, σε όλες τις απόπειρες, τις δικές μας και των παιδιών. Τη συνέχεια…

«Πότε θα ξαναμιλήσεις;

Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας.

Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη

ριζώνουν θρέφουνται με αίμα

Όπως τα πεύκα

κρατούνε τη μορφή του αγέρα

ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί

το ίδιο τα λόγια

φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου

κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί.

Ίσως γυρεύουν να μιλήσουν τ’ άστρα

που πάτησαν την τόση γύμνια σου μια νύχτα

ο Κύκνος ο Τοξότης ο Σκορπιός

ίσως εκείνα.

Αλλά που θα είσαι τη στιγμή που θα ’ρθει

εδώ σ’ αυτό το θέατρο το φως;

(Πάνω σε μια χειμωνιάτικη ακτίνα Στ΄)

Πάλι σας μιλώ με παραμύθια και παραβολές, με ποιήματα και μουσικές εσώτερες, γιατί έτσι απαγκιάζουν καλύτερα οι φουρτούνες μας!

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ