17.2 C
Athens
Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου, 2026

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η επιστροφή της μουσικής διαμαρτυρίας στις ΗΠΑ: «No they never gonna keep us all down», του Άλεξ Κάντζιας – Ρόντε

Τα τελευταία χρόνια στις ΗΠΑ παρατηρείται μια αναγέννηση της πολιτικής φολκ μουσικής, με τραγούδια που απαντούν στον πόλεμο, τις απελάσεις, την κοινωνική ανισότητα και την πολιτική ριζοσπαστικοποίηση, φτάνοντας σε εκατομμύρια ακροατές, εκμεταλλευόμενοι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και κυρίως το TikTok. Από τα ΜΚΔ ξεπετάχτηκε πριν από περίπου ένα χρόνο και ο Jesse Welles, ιδιαίτερα γνωστός για το τραγούδι του «No Kings». Τα συχνά σύντομα και σατιρικά του τραγούδια βασίζονται στα κύρια πρωτοσέλιδα της εβδομάδας, αμφισβητώντας τα αφηγήματα που παρουσιάζονται στους Αμερικανούς από κυβερνήσεις και εταιρείες, αποκαλύπτοντας εκείνα που οδηγούν τους ανθρώπους να κατηγορούν ο ένας τον άλλον για θεσμικές αδικίες.

Η Raye Zaragoza (American Dream) είναι μια τραγουδοποιός με ιαπωνό-αμερικάνικη και ιθαγενική καταγωγή, που τραγουδά και αγωνίζεται για τα δικαιώματα των περιθωριοποιημένων και των ιθαγενών, ενώ η Carsie Blanton (Down in the streets), είναι αμερικανίδα Εβραία που συμμετείχε και στην Global Submut Flottila. Ο Mon Rovîa (Heavy Foot), με πάνω από 1 εκατομμύριο ακόλουθους στο TikTok και το Instagram πριν καν κυκλοφορήσει το πρώτο του άλμπουμ, γεννήθηκε στη Λιβερία κατά τη διάρκεια του πρώτου εμφυλίου πολέμου και υιοθετήθηκε από οικογένεια ιεραπόστολων, τραγουδά για την καταπίεση, την καταστολή και την αδικία. Άλλα ενδιαφέροντα ονόματα είναι ο Joe DeVito, ο Jordan Smart και η Jensen McRae, ενώ τραγουδοποιοί όπως οι Rhiannon Giddens, η Joy Oladokun, η Allison Russell επιστρέφουν στις μαύρες ρίζες της φολκ.

Παράλληλα και καταξιωμένοι καλλιτέχνες δηλώνουν παρών στον αγώνα ενάντια στην αντιδημοκρατική εκτροπή. Bruce Springsteen έγραψε το “Streets of Mineapolis” ενάντια στα πογκρόμ του ICE. Ο Tom Morello ανακοίνωσε το «Defend Minnesota!», μια συναυλία «αλληλεγγύης και αντίστασης» με τους Rise Against, γράφοντας: «Αν μοιάζει με φασισμό, ακούγεται σαν φασισμός, ενεργεί σαν φασισμός, ντύνεται σαν φασισμός, μιλάει σαν φασισμός, σκοτώνει σαν φασισμός και λέει ψέματα σαν φασισμός, τότε, αγόρια και κορίτσια, είναι γαμημένος φασισμός». [..] «Ερχόμαστε στη Μινεάπολις, εκεί που ο λαός αντιστάθηκε ηρωικά στον ICE, αντιστάθηκε στον Τραμπ, αντιστάθηκε σε αυτό το τρομερό κύμα κρατικής τρομοκρατίας. Εκεί που ο λαός υπερασπίστηκε τους γείτονές του και τον εαυτό του, την δημοκρατία και τη δικαιοσύνη. Κανείς δεν θα έρθει να μας σώσει εκτός από εμάς τους ίδιους, και είναι τώρα ή ποτέ».

Ο Aaron Turner, πρώην frontman των Isis και νυν μέλος των Sumac και Old Man Gloom, παρουσίασε ένα t-shirt με τη λέξη “no”, σχεδιασμένη έτσι ώστε να θυμίζει πάγο, με όλα τα έσοδα να πηγαίνουν σε οικογένειες της περιοχής της Μινεάπολις. Οι Converge στήριξαν δημόσια την πρωτοβουλία, δηλώνοντας: «Είμαστε οι Converge και στεκόμαστε στο πλευρό των ανθρώπων της Μινεσότα. Στεκόμαστε ενάντια στη θεσμοποοιημένη βία απέναντι στους γείτονες και τις κοινότητές μας». Ο Randy Blythe των Lamb Of God πόσταρε: «Fuck the fascists. Do not comply», χαρακτηρίζοντας τον πρόεδρο ως «κοινωνικοπαθή με άνοια» και τόνισε ότι δεν τον ενδιαφέρει η κομματική αντιπαράθεση, αλλά η απομάκρυνση μιας κυβέρνησης που οδηγεί τη χώρα σε επικίνδυνα μονοπάτια.

Αυτό που αναγνωρίζουμε ως αμερικανική φολκ ξεκίνησε ως πράξη αντίστασης της μαύρης κοινότητας: τραγούδια εργασίας που τραγουδιούνται από Αφρικανούς σκλάβους στα χωράφια: εκκλησιαστικοί ύμνοι και πρώιμα μπλουζ. Αυτά τα τραγούδια ήταν μηχανισμοί επιβίωσης, μετέφεραν προφορικές ιστορίες και κωδικοποιημένα μηνύματα, κουβαλώντας το βάρος της καταπίεσης αλλά και την ελπίδα της απελευθέρωσης. Οι μελωδίες αυτές στο πέρασμα του χρόνου θα συναντήσουν εκείνες που έφεραν μαζί τους οι Βορειοευρωπαίοι: κυρίως τις παλιές αγγλικές, ιρλανδικές και σκωτσέζικες μπαλάντες. Η πολιτική αυτή παράδοση βασίζεται στην πίστη και το σεβασμό προς τους απλούς εργαζόμενους ανθρώπους της Αμερικής και στην άποψη ότι τα δικαιώματά τους ήταν σημαντικά, ότι έπρεπε να υπάρχουν ίσοι όροι ανταγωνισμού για τους φτωχούς, ότι οι πλούσιοι και ισχυροί πολύ συχνά αγνοούσαν ή εκμεταλλεύονταν τους φτωχούς, ότι οι αδύναμοι της κοινωνία άξιζαν να έχουν φωνή και να ακούγονται. Οι λαϊκοί τραγουδιστές έβλεπαν τους εαυτούς τους ως την πρωτοπορία μιας κοινωνίας που έπρεπε να αλλάξει, μέρος μιας μεγάλης κοινοτικής προσπάθειας για την «επιδιόρθωση του κόσμου».

Βαθιά επηρεασμένα συχνά από μια λαϊκή χριστιανική θρησκευτικότητα οραματίζονταν τη «Μεγάλη Μέρα που Έρχεται», όπως το θέτει και ο τίτλος ενός γνωστού λαϊκού τραγουδιού, μια μέρα που θα φέρει το τέλος των οικονομικών ανισοτήτων, την εξάλειψη των διακρίσεων και ένα μέλλον ευτυχίας και ευημερίας. Μπορεί ήδη από τον 19ο αιώνα να επικεντρώνονταν σε μεγάλο βαθμό σε θέματα όπως η δουλεία, η φτώχεια και ο Εμφύλιος Πόλεμος θα είναι κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα που η φολκ θα παίξει βασικό ρόλο στην οργάνωση κινημάτων, συμβάλλοντας έμμεσα και στην εμφάνιση νέων μουσικών ρευμάτων, όπως η ροκ, η ντίσκο και η χιπ χοπ (όλα είδη με στενή σχέση με τα κινήματα). Ακόμα και η αντιφατική και διεκδικούμενη και από τη συντηρητική δεξιά Country εξελίχθηκε μέσα από την αμερικανική φολκ, γεννώντας και αυτή πολλά protest songs, βλ. Johnny Cash, κ.α.

Οι Βιομηχανικοί Εργάτες του Κόσμου (IWW) χρησιμοποίησαν από την αρχή τη μουσική ως μια ισχυρή μορφή διαμαρτυρίας και διάδοσης των ιδεών τους. Ένας από τους πιο διάσημους από αυτούς τους “Wobblies” των αρχών του 20ού αιώνα ήταν ο Joe Hill, που ταξίδευε πολύ, οργανώνοντας εργάτες και γράφοντας και τραγουδώντας πολιτικά τραγούδια, με πιο διάσημο το “The Preacher and the Slave” (1911). Το τραγούδι καλεί: “Εργάτες όλων των χωρών, ενωθείτε / Πλάι-πλάι για την ελευθερία θα αγωνιστούμε / Όταν θα έχουμε κερδίσει τον κόσμο και τον πλούτο του / Στους εκμεταλλευτές θα τραγουδήσουμε αυτό το ρεφρέν”. Άλλα αξιοσημείωτα τραγούδια διαμαρτυρίας που γράφτηκαν από τον Hill περιλαμβάνουν τα “The Tramp”, “There Is Power in a Union”, “Rebel Girl” και “Casey Jones—Union Scab”. Ένα άλλο γνωστό τραγούδι αυτής της περιόδου είναι το “Bread and Roses”, των James Oppenheim και Caroline Kohlsaat, το οποίο πρωτοτραγουδήθηκε κατά τη διάρκεια μιας απεργίας εργατριών κλωστοϋφαντουργίας στο Lawrence της Μασαχουσέτης μεταξύ Ιανουαρίου-Μαρτίου του 1912 (που συχνά αναφέρεται ως “απεργία του Ψωμιού και των Τριαντάφυλλων”) και στη συνέχεια υιοθετήθηκε από κινήματα διαμαρτυρίας καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Η έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (1914–1918) οδήγησε στη σύνθεση μεγάλου αριθμού τραγουδιών κατά του πολέμου και της απόφασης των ΗΠΑ να εισέλθουν σε αυτόν, με ένα από τα επιτυχημένα να είναι το “I Didn’t Raise My Boy to Be a Soldier” (1915) του στιχουργού και συνθέτη Alfred Bryan.

Οι δεκαετίες του 1920 και του 1930 είδαν μια αξιοσημείωτη αύξηση στον αριθμό των τραγουδιών που διαμαρτύρονταν για τις φυλετικές διακρίσεις, όπως το “What Did I Do to Be So Black and Blue” του Fats Waller το 1929, και το τραγούδι κατά του λιντσαρίσματος “Strange Fruit” του Lewis Allan (“Southern trees bear strange fruit / Blood on the leaves and blood at the root / Black bodies swinging in the southern breeze”), το οποίο ερμήνευσε μοναδικά η Billie Holiday. Τα “Oh Freedom” και ” Go Down Moses” κάνουν έμμεσες συγκρίσεις μεταξύ της δεινής κατάστασης των Αφροαμερικανών που υπήρξαν σκλάβοι και αυτής των Εβραίων που υπήρξαν σκλάβοι στη Βίβλο. Ήταν επίσης κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου που πολλοί Αφροαμερικανοί τραγουδιστές μπλουζ απέκτησαν ένα ευρύτερο κοινό σε όλη την Αμερική. Ίσως το πιο διάσημο αυτών των τραγουδιών της δεκαετίας του 1930 είναι το “The Bourgeois Blues” του Leadbelly, μια διαμαρτυρία για τις διακρίσεις σε βάρος των μαύρων που ψάχνουν να νοικιάσουν σπίτι στην Ουάσινγκτον.

Όχι τυχαία είναι η εποχή της μεγάλης ξηρασίας του Dust Bowl, που ξεκλήρισε τη μικρομεσαία αγροτιά των μεγάλων πεδιάδων, και βέβαια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 1929. Και καθώς προχωρούσε ο αιώνας λευκοί καλλιτέχνες όπως ο Woody Guthrie και ο Pete Seeger θα διαδώσουν τη φολκ σε ένα ακόμα πλατύτερο, ευρύτερο, συχνά λευκό, κοινό. Το “This Land Is Your Land” του Guthrie και οι συνδικαλιστικοί ύμνοι του Seeger θα δώσουν φωνή στην εργατική τάξη, με τη ριζοσπαστική μουσική τους που ασκούσε κριτική στον καπιταλισμό, την αδικία και τον πόλεμο να βάζει και τους δύο στο στόχαστρο του κατεστημένου και των αρχών.

Η δεκαετία του 1960, με τον πόλεμο του Βιετνάμ, την άνοδο του Κινήματος για τα Πολιτικά Δικαιώματα, των αντισυμβατικών ομάδων, όπως οι «χίπις», και της «Νέας Αριστεράς», υπήρξε η πιο πολιτική εποχή της φολκ, με τα τραγούδια να μεταφέρονταν σε όλη τη χώρα από τους Freedom Riders. Η Joan Baez, ο Neil Young, η Buffy Saint Marie, ο Phil Ochs, οι Peter, Paul and Mary και βέβαια ο Bob Dylan είναι μάλλον τα ηχηρότερα ονόματα αυτού του ρεύματος. Πολλοί από τους καλλιτέχνες αυτούς χρησιμοποιούσαν συχνά νέγρικα spirituals (χαρακτηριστική περίπτωση εδώ ο Dylan), αλλάζοντας τους θρησκευτικούς στίχους, ένα είδος μουσικής που βοηθούσε στο να τονιστεί η ειρηνική φύση της διαμαρτυρίας. Πολλοί τραγουδιστές σόουλ της περιόδου, όπως ο Sam Cooke, ο Otis Redding και η Aretha Franklin, ο James Brown, ο Curtis Mayfield & The Impressions καυτηρίαζαν τον αμερικανικό ρατσισμό. Η Nina Simone, με τραγούδια όπως το “Mississippi Goddam” και το “I Wish I Knew How It Would Feel to Be Free” θόλωσε τα όρια μεταξύ φολκ, τζαζ και σόουλ, αποδεικνύοντας πώς αυτά τα είδη είναι βαθιά αλληλένδετα.

Η δεκαετία του 1980 είδε την άνοδο της ραπ και της χιπ-χοπ, και μαζί με αυτά συγκροτήματα όπως οι R.E.M., Grandmaster Flash, Boogie Down Productions και Public Enemy, με τραγούδια που διαμαρτύρονται για τις διακρίσεις και τη φτώχεια που αντιμετωπίζει η μαύρη κοινότητα, εστιάζοντας ιδιαίτερα στην αντιμετώπιση της από την αστυνομία. Ο ράπερ KRS-One έπαιξε καταλυτικό ρόλο στη δημιουργία του κινήματος ‘’Stop the Violence’’ το 1988, ενώ το ριζοσπαστικό περιβαλλοντικό κίνημα ‘’Earth First!’’ περιελάμβανε πολυάριθμους φολκ και κάντρι μουσικούς στις τάξεις του (Dana Lyons, Judi Bari, Daryl Cherney, Joanne Rand, Bill Oliver, κ.α.), που δημιούργησαν πρωτότυπα τραγούδια όπως τα “Amazing Waste”, “They’ll Be Tearing Down The Mountain”, “Shopping Maul”, “The FBI Stole My Fiddle” και “Turn of the Wrench”.

Όμως κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου και την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, καθώς βάθαινε η εμπορευματοποίηση της μουσικής και η προσαρμογή της παραγωγής σε ένα όλο και πιο διεθνές ακροατήριο, αυτά τα μηνύματα φιλτράρονταν όλο και περισσότερο. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η παραγωγή πολιτικοποιημένων τραγουδιών σταμάτησε, καθώς οι πολεμικές εκστρατείες των ΗΠΑ σε Ιράκ και Αφγανιστάν και οι εντεινόμενες από την οικονομική κρίση ανισότητες ξαναγέμιζαν τους δρόμους Κατά την περίοδο της προεδρίας του George Bush Jr. ήταν ιδίως πανκ ροκ συγκροτήματα και καλλιτέχνες όπως οι Anti-Flag, Bad Religion, NOFX, Rise Against, Authority Zero, ο Fat Mike, ο Henry Rollins (πρώην Black Flag), ο Jello Biafra των Dead Kennedys. κ.α που πρωτοστάτησαν ενάντια στις πολιτικές της κυβέρνησης του. Το 2009, πλέον επί Obama, ο Conor Oberst και η Mystic Valley Band κυκλοφόρησαν το”Roosevelt Room”, το οποίο, μεταξύ πολλών άλλων, προειδοποιεί για τους κινδύνους που δημιουργεί το χάσμα πλούτου στην Αμερική, ειδικά όσον αφορά την εργατική τάξη. Ο Neil Young ίσως είναι ο πρώτος καλλιτέχνης στον 21ο αιώνα που ηχογράφησε ένα single διαμαρτυρόμενος κατά των γενετικά τροποποιημένων τροφίμων, ενώ η δολοφονία του George Floyd και το κίνημα Black Lives Matter ενέπνευσαν τον Tom Prasado Rao να ηχογραφήσει το ‘’Twenty Dollar Bill’’.

Η ικανότητα της folk μουσικής να επανεφευρίσκει διαρκώς τον εαυτό της την έκανε πάντα μοναδικά ευαίσθητη στα μεγάλα πολιτικά γεγονότα. Η απογυμνωμένη φύση της – μια κιθάρα, μια φωνή, μια ιστορία – διαπερνά τον θόρυβο της ψηφιακής κουλτούρας. Υπενθυμίζει στους ακροατές τη δύναμη της απλότητας, της συλλογικής θλίψης και ελπίδας, της διαμαρτυρίας και της επιμονής. Και καθώς οι καταιγίδες πυκνώνουν έχει σίγουρα πολλά ακόμα διαμάντια να μας δώσει.

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ