Ο καπιταλισμός, ο ιμπεριαλισμός και το «ήθος» του αντιπάλου
Γιατί οι καταπιεσμένοι στηρίζουν τους πολέμους των ισχυρών;
Η στήριξη των πολεμικών επεμβάσεων των ισχυρών από τμήματα των ίδιων των υποτελών τάξεων δεν αποτελεί παράδοξο αλλά δομικό στοιχείο του σύγχρονου καπιταλισμού. Μέσα από την ιδεολογική ηγεμονία και τη διαμόρφωση της υποκειμενικότητας, οι κυρίαρχες τάξεις κατορθώνουν να μετατρέπουν την κυριαρχία σε “κοινό συμφέρον”. Για την κατανόηση αυτής της σύνθετης διαδικασίας, καθίσταται αναγκαία η διερεύνηση των βασικών χαρακτηριστικών της σύγχρονης καπιταλιστικής ανάπτυξης και των μετασχηματισμών του ιμπεριαλισμού που τη συνοδεύουν.
- Η συναίνεση των υποτελών τάξεων υπέρ του Άξονα ΗΠΑ-Ισραήλ
Η κατανόηση της στήριξης που εκδηλώνουν τμήματα των υποτελών τάξεων προς τις γεωπολιτικές και στρατιωτικές επεμβάσεις του πολεμικού άξονα ΗΠΑ-Ισραήλ, προϋποθέτει μια ευρύτερη ανάλυση των σύγχρονων μορφών καπιταλιστικής και ιμπεριαλιστικής οργάνωσης. Η σύγχρονη μορφή του καπιταλισμού και οι μετασχηματισμοί του ιμπεριαλισμού δεν μπορούν να κατανοηθούν ως απλές επεκτάσεις παλαιότερων ιστορικών φάσεων. Αντίθετα, συνιστούν δυναμικές αναδιαρθρώσεις που ενσωματώνουν νέες μορφές οικονομικής οργάνωσης, πολιτικής ισχύος και ιδεολογικής ηγεμονίας.
Η κλασική μαρξιστική θεωρία έδειξε ότι η συσσώρευση κεφαλαίου δεν είναι απλώς μια οικονομική διαδικασία, αλλά συνιστά ένα συνολικό κοινωνικό σύστημα. Το σύστημα αυτό αναπαράγει τις ταξικές σχέσεις μέσα από την εκμετάλλευση της εργασίας, τη διαρκή αναδιοργάνωση της παραγωγής και τη διεύρυνση των αγορών. Ταυτόχρονα, ενσωματώνει την επιστήμη και την τεχνολογία ως άμεσες παραγωγικές δυνάμεις στην υπηρεσία της κερδοφορίας. Η δυναμική αυτή δεν εκδηλώνεται γραμμικά ούτε ομοιόμορφα αλλά μέσα από άνισες και συνδυασμένες μορφές ανάπτυξης, οι οποίες παράγουν σχέσεις εξάρτησης και ενισχύουν τη διαφοροποίηση μεταξύ κέντρου και περιφέρειας, οδηγώντας σε φαινόμενα υπερεκμετάλλευσης και αναδιάρθρωσης των κοινωνικών σχηματισμών.
Στη σύγχρονη φάση, η τάση αυτή αποκτά έναν πλήρως παγκόσμιο χαρακτήρα. Ως αποτέλεσμα, ο ιμπεριαλισμός δεν περιορίζεται σε άμεσες αποικιακές πρακτικές. Αντίθετα, λειτουργεί ως σύνθετο πλέγμα οικονομικών, πολιτικών και θεσμικών σχέσεων που διαπερνούν το διεθνές σύστημα. Στο πλαίσιο αυτό συγκροτούνται μορφές κυριαρχίας που ασκούνται μέσω χρηματοπιστωτικών μηχανισμών, τεχνολογικής υπεροχής και θεσμικής πειθάρχησης. Παράλληλα, οι μορφές αυτές παρουσιάζονται ως αναγκαίες εκφράσεις της «ανάπτυξης», της «σταθερότητας» και της «διεθνούς ασφάλειας».
- Ο σύγχρονος καπιταλισμός και η «αναγκαία» ιμπεριαλιστική μετεξέλιξή του
Για να κατανοηθεί αυτή η μετάβαση, είναι αναγκαίο να επιστρέψουμε στη μαρξιστική θεωρία του ιμπεριαλισμού. Η θεωρητική συμβολή της μαρξιστικής παράδοσης για την κατανόηση του ιμπεριαλισμού ανέδειξε τη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, τη σημασία των μονοπωλιακών μορφών και την εξαγωγή κεφαλαίου ως βασικά χαρακτηριστικά της ώριμης καπιταλιστικής ανάπτυξης, ενώ οι μεταγενέστερες επεξεργασίες εμπλούτισαν αυτή την ανάλυση με την έννοια της εξάρτησης, της άνισης και συνδυασμένης ανάπτυξης και της υπερεκμετάλλευσης της εργασίας στις περιφερειακές ζώνες του παγκόσμιου συστήματος.
Στη σύγχρονη φάση του, ο ιμπεριαλισμός δεν εκφράζεται πλέον μόνο μέσω ανταγωνιστικών εθνικών κεφαλαίων αλλά και μέσω ενός σύνθετου διακρατικού πλέγματος εξουσίας, όπου η επιστήμη, η τεχνολογία και η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων ενσωματώνονται στη διαδικασία της συσσώρευσης, ενισχύοντας την παγκόσμια κινητικότητα του κεφαλαίου και τη διεύρυνση των ανισοτήτων. Η ηγεμονία ισχυρών κρατών συνδυάζεται με τη χρηματοπιστωτική επέκταση, την επιβολή θεσμικών πλαισίων και τη διαχείριση της παγκόσμιας αγοράς, συγκροτώντας μια μορφή νεοϊμπεριαλισμού όπου η κυριαρχία ασκείται τόσο άμεσα μέσω στρατιωτικής ισχύος όσο και έμμεσα μέσω μηχανισμών οικονομικής πειθάρχησης, τεχνολογικού ελέγχου και αναδιάρθρωσης των παραγωγικών σχέσεων.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η ιδεολογική λειτουργία του καπιταλισμού αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η αναπαραγωγή του συστήματος δεν στηρίζεται μόνο στην οικονομική εξάρτηση αλλά και στη διαμόρφωση συνειδήσεων που αποδέχονται ως φυσική και αναπόφευκτη την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, συχνά μέσα από την αποϊστορικοποίηση των κοινωνικών σχέσεων και την παρουσίασή τους ως ουδέτερων ή τεχνικά αναγκαίων. Η εμπειρία της αλλοτρίωσης, η οποία επεκτείνεται πέρα από την εργασία στο σύνολο της κοινωνικής ζωής, συνδυάζεται με την καλλιέργεια προσδοκιών ατομικής ανέλιξης και συμμετοχής στην κατανάλωση, ενισχύοντας την εσωτερίκευση των κυρίαρχων αξιών.
Η υιοθέτηση από τμήματα των μισθωτών, της νεολαίας και της εργατικής τάξης της αντίληψης ότι οι επιλογές της αστικής τάξης και των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων είναι ορθές συνιστά κρίσιμο στοιχείο αυτής της διαδικασίας, η οποία δεν περιορίζεται στην προπαγάνδα αλλά συγκροτείται μέσα από τη διαπλοκή υλικών όρων ζωής, εκπαιδευτικών και πολιτισμικών μηχανισμών και της καθημερινής εμπειρίας της εξάρτησης. Έτσι, η συναίνεση διαμορφώνεται ως αποτέλεσμα μιας διαλεκτικής σχέσης μεταξύ εκμετάλλευσης και ιδεολογικής ενσωμάτωσης, όπου ακόμη και οι ανισότητες και οι ιμπεριαλιστικές πρακτικές μπορούν να εμφανίζονται ως αναγκαίες ή και δικαιολογημένες.
- Η «μονοδιάστατη» ιδεολογία/αντίληψη ως μέσο νομιμοποίησης της κυριαρχίας του Κεφαλαίου
Η ανάλυση του σύγχρονου καπιταλισμού αναδεικνύει τον ρόλο των λεγόμενων ψευδών αναγκών, οι οποίες παράγονται και αναπαράγονται μέσω της καταναλωτικής κουλτούρας. Οι ανάγκες αυτές δεν ανταποκρίνονται σε ουσιαστικές ανθρώπινες απαιτήσεις αλλά λειτουργούν ως μηχανισμός ενσωμάτωσης των υποκειμένων στο σύστημα. Η κατανάλωση μετατρέπεται σε πεδίο ταυτότητας και αυτοπραγμάτωσης, με αποτέλεσμα η κριτική στάση απέναντι στις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής να υποχωρεί. Έτσι, η αποδοχή των κυρίαρχων πολιτικών επιλογών εμφανίζεται όχι ως επιβολή αλλά ως ελεύθερη επιλογή.
Η έννοια της μονοδιάστατης σκέψης συμβάλλει στην κατανόηση αυτού του φαινομένου. Η κυριαρχία μιας τεχνοκρατικής λογικής που δίνει έμφαση στην αποτελεσματικότητα και στη λειτουργικότητα περιορίζει τη δυνατότητα κριτικής σκέψης και εναλλακτικής φαντασίας. Η κοινωνική πραγματικότητα παρουσιάζεται ως σύνολο τεχνικών προβλημάτων προς επίλυση και όχι ως πεδίο συγκρούσεων και αντιφάσεων. Σε αυτό το ιστορικό συγκείμενο, η αποδοχή των επιλογών της άρχουσας τάξης δεν εμφανίζεται ως ιδεολογική ταύτιση αλλά ως ορθολογική προσαρμογή στις απαιτήσεις της πραγματικότητας.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η διαδικασία ενσωμάτωσης των μορφών αντίστασης. Οι ριζοσπαστικές ιδέες και πρακτικές συχνά απορροφώνται από το σύστημα, μετασχηματίζονται και επαναπροσδιορίζονται με τρόπο που εξουδετερώνει την ανατρεπτική τους δυναμική. Η εμπορευματοποίηση της κουλτούρας, η θεσμοποίηση της διαμαρτυρίας και η μετατροπή της κριτικής σε καταναλωτικό προϊόν αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της διαδικασίας. Έτσι, η αντίσταση όχι μόνο δεν απειλεί το σύστημα αλλά συμβάλλει στη σταθεροποίησή του.
Η υιοθέτηση του ήθους του αντιπάλου από τα υποτελή στρώματα αποτελεί μια ιδιαίτερη μορφή ιδεολογικής κυριαρχίας. Όταν η εργατική τάξη και η νεολαία υιοθετούν τις αξίες της ανταγωνιστικότητας, της ατομικής επιτυχίας και της κατανάλωσης, ενσωματώνονται σε ένα πλαίσιο που αναπαράγει τις ίδιες σχέσεις εξουσίας που τις καταπιέζουν. Η ταύτιση με το πρότυπο του επιχειρηματία ή του επιτυχημένου καταναλωτή λειτουργεί ως μηχανισμός αποπολιτικοποίησης και αποδυνάμωσης της συλλογικής δράσης.
Σημαντική διάσταση αυτής της διαδικασίας αποτελεί και ο μετασχηματισμός των επιθυμιών και των συναισθηματικών σχέσεων. Η σύνδεση της ικανοποίησης με την κατανάλωση και η εμπορευματοποίηση της καθημερινής ζωής οδηγούν σε μια μορφή αλλοτρίωσης που δεν περιορίζεται στην εργασία αλλά διαπερνά το σύνολο της κοινωνικής ύπαρξης. Οι λιμπιντικές σχέσεις εντάσσονται σε ένα πλαίσιο ελέγχου και κατεύθυνσης, όπου η επιθυμία διοχετεύεται σε μορφές που ενισχύουν τη σταθερότητα του συστήματος.
- Οι θεωρητικές προσεγγίσεις της καπιταλιστικής και ιμπεριαλιστικής πρακτικής
Η σύγχρονη μορφή του ιμπεριαλισμού ενισχύει αυτές τις τάσεις μέσω της παγκόσμιας διάχυσης των κυρίαρχων πολιτισμικών προτύπων. Η πολιτισμική ηγεμονία συνοδεύει την οικονομική και πολιτική ισχύ, δημιουργώντας ένα ενιαίο πεδίο στο οποίο οι αξίες του καπιταλισμού παρουσιάζονται ως καθολικές. Η αποδοχή των ιμπεριαλιστικών πολιτικών από τμήματα των ίδιων των υποτελών τάξεων σε παγκόσμιο επίπεδο συνδέεται με αυτή τη διαδικασία πολιτισμικής ομογενοποίησης.
Η σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία χαρακτηρίζεται από μια σύνθετη μορφή κυριαρχίας που συνδυάζει την οικονομική εκμετάλλευση με την ιδεολογική ενσωμάτωση. Η υιοθέτηση του ήθους του αντιπάλου από τα υποτελή στρώματα δεν αποτελεί απλώς ένδειξη ιδεολογικής σύγχυσης αλλά βασικό μηχανισμό αναπαραγωγής του συστήματος. Η κατανόηση αυτής της διαδικασίας είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη μορφών κριτικής και αντίστασης που δεν θα αναπαράγουν τις ίδιες λογικές αλλά θα επιδιώκουν τη ριζική μετασχηματιστική αλλαγή της κοινωνίας. Στο συγκείμενο αυτό, διαφορετικές θεωρητικές προσεγγίσεις φωτίζουν συμπληρωματικές πλευρές του φαινομένου.
Ο Paul Sweezy αναδεικνύει με συστηματικό τρόπο ότι η δυναμική του καπιταλισμού δεν εξαντλείται στη διαδικασία της παραγωγής αλλά εκτείνεται στο πρόβλημα της πραγματοποίησης της υπεραξίας και της απορρόφησης του πλεονάσματος. Υποστηρίζει ότι ο ώριμος καπιταλισμός χαρακτηρίζεται από τάσεις στασιμότητας λόγω της περιορισμένης αγοραστικής δύναμης των μαζών, γεγονός που οδηγεί στην ανάγκη εξωγενών διεξόδων όπως η κρατική παρέμβαση, η διαφήμιση και οι στρατιωτικές δαπάνες. Για τον Sweezy, ο ιμπεριαλισμός δεν αποτελεί απλώς γεωπολιτική επιλογή αλλά δομική ανάγκη του συστήματος για τη διαχείριση της υπερσυσσώρευσης, ενώ η ιδεολογική του διάσταση εκφράζεται μέσω της κανονικοποίησης αυτών των διεξόδων ως αναγκαίων για την ευημερία. Σε αυτό το επίπεδο, η αποδοχή των επιλογών της άρχουσας τάξης από τα υποτελή στρώματα συνδέεται με την ίδια τη λειτουργία της καπιταλιστικής οικονομίας, η οποία δημιουργεί συνθήκες που καθιστούν τις κυρίαρχες πολιτικές φαινομενικά αναπόφευκτες.
Στην ίδια κατεύθυνση ο Leo Panitch υποστηρίζει ότι ο σύγχρονος ιμπεριαλισμός δεν χαρακτηρίζεται κυρίως από ανταγωνισμούς μεταξύ εθνικών κεφαλαίων αλλά από τη συγκρότηση ενός ιεραρχικά οργανωμένου διεθνούς συστήματος υπό την ηγεμονία των Ηνωμένων Πολιτειών. Το αμερικανικό κράτος, κατά την ανάλυσή του, λειτουργεί ως συλλογικός οργανωτής του παγκόσμιου καπιταλισμού, διαμορφώνοντας θεσμούς, κανόνες και πολιτικές που εξασφαλίζουν τη σταθερότητα και την αναπαραγωγή του συστήματος σε διεθνή κλίμακα. Η ιδιαιτερότητα της προσέγγισής του έγκειται στο ότι απορρίπτει την ιδέα μιας απλής εξαγωγής κεφαλαίου ως βασικού χαρακτηριστικού του ιμπεριαλισμού και δίνει έμφαση στη θεσμική ολοκλήρωση και στην ενεργό συμμετοχή των άλλων καπιταλιστικών κρατών σε αυτό το πλέγμα. Στο επίπεδο της ιδεολογίας, ο Panitch αναδεικνύει πώς η ηγεμονία συγκροτείται όχι μόνο μέσω καταναγκασμού αλλά και μέσω συναίνεσης, με τις υποτελείς τάξεις να εσωτερικεύουν την αντίληψη ότι η παγκόσμια καπιταλιστική τάξη πραγμάτων αποτελεί προϋπόθεση για τη σταθερότητα και την ανάπτυξη. Η συμβολή του Panitch εδώ είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς δείχνει ότι αυτή η ηγεμονία δεν επιβάλλεται μόνο από έξω αλλά αναπαράγεται και στο εσωτερικό των κοινωνιών μέσω των ίδιων των κρατικών και κοινωνικών θεσμών.
Από διαφορετική σκοπιά, ο Richard D. Wolff, επηρεασμένος από τον αλτουσεριανό μαρξισμό, προσεγγίζει τον καπιταλισμό ως ένα ιστορικά προσδιορισμένο και εγγενώς αντιφατικό σύστημα, στο οποίο οι οικονομικές κρίσεις, οι γεωπολιτικές συγκρούσεις και οι κοινωνικές ανισότητες δεν αποτελούν παρεκκλίσεις αλλά θεμελιώδη χαρακτηριστικά της λειτουργίας του. Υπογραμμίζει ότι η κατανόηση του σύγχρονου καπιταλισμού απαιτεί τη συνεξέταση της παραγωγής, της κρατικής πολιτικής και των διεθνών ανταγωνισμών, καθώς και των κοινωνικών συνεπειών που απορρέουν από αυτές τις διαδικασίες, αναδεικνύοντας τον καθοριστικό ρόλο των κρίσεων ως μηχανισμών αναδιάρθρωσης και αναπαραγωγής του συστήματος. Στο επίπεδο του σύγχρονου ιμπεριαλισμού, επισημαίνει ότι η ηγεμονία των Ηνωμένων Πολιτειών, σε στενή σύνδεση με το Ισραήλ, δεν αποτελεί απλώς εξωτερική πολιτική επιλογή αλλά έκφραση των εσωτερικών αντιφάσεων του καπιταλισμού. Οι στρατιωτικές επεμβάσεις, οι εμπορικοί πόλεμοι και οι γεωπολιτικές εντάσεις λειτουργούν ως μέσα διαχείρισης της κρίσης και αναδιάρθρωσης της παγκόσμιας οικονομίας, συμβάλλοντας στη διασφάλιση της κυριαρχίας του κεφαλαίου. Παράλληλα, αναδεικνύει ότι οι πολεμικές συγκρούσεις και η στρατιωτικοποίηση της διεθνούς πολιτικής συνδέονται άμεσα με την ανάγκη διατήρησης της οικονομικής υπεροχής και της παγκόσμιας επιρροής, ακόμη και όταν αυτές οι επιλογές υπονομεύουν τη σταθερότητα της ίδιας της καπιταλιστικής οικονομίας.
Στο ιστορικό συγκείμενο αυτό, η ιδεολογική κυριαρχία της αστικής τάξης δεν εδράζεται μόνο στην οικονομική εκμετάλλευση αλλά και στη συγκρότηση αντιλήψεων που παρουσιάζουν τις κρίσεις, τους πολέμους και τις ανισότητες ως αναπόφευκτες εκφράσεις μιας φαινομενικά φυσικής τάξης πραγμάτων, ενώ η ρητορική της ασφάλειας, της εθνικής επιβίωσης και της υπεράσπισης της δημοκρατίας λειτουργεί ως μηχανισμός νομιμοποίησης των ιμπεριαλιστικών πρακτικών. Συνεπώς, η αποδοχή των κυρίαρχων πολιτικών επιλογών από τα υποτελή στρώματα συνδέεται με την εσωτερίκευση αυτών των αντιλήψεων και με την αποδυνάμωση της δυνατότητας κατανόησης των δομικών αιτίων του καπιταλιστικού τρόπου οργάνωσης της κοινωνίας, οδηγώντας στη συγκρότηση μιας συναίνεσης που παρουσιάζει τις πολεμικές επεμβάσεις ως αναγκαίες και ορθολογικές επιλογές.
Η ανάλυση του Ben Fine, ακολούθως, προσεγγίζει τον σύγχρονο καπιταλισμό ως ένα σύνθετο και πολυεπίπεδο σύστημα, στο οποίο η χρηματιστικοποίηση δεν αποτελεί απλώς μια αυτόνομη σφαίρα αλλά διαπερνά το σύνολο των οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων, αναδιαρθρώνοντας τόσο την παραγωγή όσο και την κατανάλωση και την καθημερινή ζωή. Υπογραμμίζει ότι η επέκταση των χρηματοπιστωτικών αγορών συνδέεται άμεσα με την αναζήτηση νέων πεδίων κερδοφορίας και με την ενίσχυση μορφών εξάρτησης μεταξύ κέντρου και περιφέρειας. Παράλληλα, η κρατική πολιτική και οι διεθνείς θεσμοί λειτουργούν ως μηχανισμοί στήριξης και σταθεροποίησης αυτής της διαδικασίας. Στη σύγχρονη φάση του καπιταλισμού, ο ιμπεριαλισμός εμφανίζεται ως οργανικό στοιχείο της καπιταλιστικής ανάπτυξης, τόσο σε οικονομικό επίπεδο, μέσω της επιβολής δομών που παράγουν και διογκώνουν το δημόσιο χρέος, εμπορικών ανισορροπιών και ελέγχου των αγορών, όσο και σε στρατιωτικό επίπεδο, με παρεμβάσεις που διασφαλίζουν τη γεωπολιτική και οικονομική κυριαρχία των ισχυρών κρατών και ιδίως των Ηνωμένων Πολιτειών. Η ιδεολογική ηγεμονία συγκροτείται μέσα από την αποϊστορικοποίηση αυτών των διαδικασιών και την παρουσίασή τους ως φυσικών και αναγκαίων, ενώ ενισχύεται από την κυριαρχία λόγων που προβάλλουν την αγορά, την ανταγωνιστικότητα και την ατομική ευθύνη ως καθολικές αξίες. Έτσι, τμήματα των μισθωτών, της νεολαίας και της εργατικής τάξης οδηγούνται να εσωτερικεύουν αυτές τις αντιλήψεις μέσα από την εκπαίδευση, τα μέσα επικοινωνίας και την εμπειρία της εργασίας και της κατανάλωσης, αντιλαμβανόμενα τις ιμπεριαλιστικές πολιτικές όχι ως μορφές κυριαρχίας αλλά ως αναγκαίες συνθήκες για τη σταθερότητα, την ανάπτυξη και την προσωπική τους προοπτική μέσα στο σύστημα.
Στο επίπεδο του ιμπεριαλισμού, ο David Harvey υποστηρίζει ότι οι σύγχρονες μορφές του συνδέονται με την αναζήτηση νέων πεδίων επένδυσης και ελέγχου, ενώ η στρατιωτική ισχύς και οι γεωπολιτικές παρεμβάσεις λειτουργούν συμπληρωματικά προς τις οικονομικές στρατηγικές. Όσον αφορά την ιδεολογική ηγεμονία, αναδεικνύει τον ρόλο του νεοφιλελευθερισμού ως κυρίαρχου πλαισίου σκέψης που παρουσιάζει την αγορά ως φυσικό και αναπόφευκτο μηχανισμό οργάνωσης της κοινωνίας, οδηγώντας σημαντικά τμήματα των υποτελών τάξεων να εσωτερικεύουν τις αξίες της ατομικής ευθύνης, της ανταγωνιστικότητας και της επιχειρηματικότητας, ακόμη και όταν αυτές αντιστρατεύονται τα υλικά τους συμφέροντα. Η ανάλυση αυτή συναντά τη μαρκουζιανή προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία οι διαδικασίες συνοδεύονται από τη διαμόρφωση μονοδιάστατης συνείδησης και ψευδών αναγκών. Έτσι, τα υποκείμενα εσωτερικεύουν τις αξίες του συστήματος. Η υιοθέτηση του ήθους του αντιπάλου, κατά τον Marcuse, αντιστοιχεί στην αποδοχή των νεοφιλελεύθερων αξιών που περιγράφει ο Harvey, αναπαράγοντας την καπιταλιστική ηγεμονία ακόμη και από τα ίδια τα υποτελή στρώματα.
- Ο Marcuse, το «ήθος του αντιπάλου» και η υποστήριξη σύγχρονων πολεμικών πρακτικών
Αυτή η διαδικασία γίνεται ορατή και στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται σύγχρονες συγκρούσεις, όπως στη Δυτική Ασία, όπου οι στρατιωτικές πολεμικές επιχειρήσεις του Άξονα εμφανίζονται ως ζήτημα «άμυνας» και «ασφάλειας». Η υιοθέτηση της αντίληψης ότι οι ιμπεριαλιστικές πρακτικές είναι δικαιολογημένες συνδέεται άμεσα με αυτήν τη θεωρητική προβληματική και ενισχύεται από τη συνολική λειτουργία του σύγχρονου καπιταλισμού όπως την αναλύουν οι παραπάνω θεωρητικοί. Η παρουσίαση των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων ως αναγκαίων για τη διατήρηση της διεθνούς τάξης, την προώθηση της δημοκρατίας ή την οικονομική ανάπτυξη συνιστά κεντρικό στοιχείο της ιδεολογικής ηγεμονίας. Αντίστοιχα, η ανάλυση του Herbert Marcuse επιτρέπει να κατανοηθεί πώς αυτή η αποδοχή συνδέεται με την καθημερινή εμπειρία και τις επιθυμίες των υποκειμένων.
Ο Marcuse, στο επίπεδο της ανάλυσής του για τον μονοδιάστατο άνθρωπο, υποστηρίζει ότι ο σύγχρονος καπιταλισμός έχει αναπτύξει την ικανότητα να ενσωματώνει τις αντιθέσεις του μέσω της δημιουργίας ψευδών αναγκών και της διεύρυνσης της καταναλωτικής σφαίρας. Η τεχνολογία και η μαζική κουλτούρα λειτουργούν ως μέσα παραγωγής συναίνεσης, περιορίζοντας τη δυνατότητα ριζικής αμφισβήτησης. Η έννοια της κατασταλτικής αποενοχοποίησης, που εισάγει, αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο το σύστημα επιτρέπει ορισμένες μορφές ικανοποίησης και ελευθερίας προκειμένου να ενισχύσει τη συνολική του σταθερότητα. Στη δεδομένη ιστορική συγκυρία, η υιοθέτηση του ήθους του αντιπάλου από τα υποτελή στρώματα συνιστά μια μορφή ενσωμάτωσης όπου η ίδια η αντίσταση μετατρέπεται σε λειτουργικό στοιχείο του συστήματος.
Η διαδικασία αυτή δύναται να νοηθεί ως ιστορικά εξελιγμένη μορφή της ψευδούς συνείδησης, κατά την οποία η ιδεολογία δεν περιορίζεται στη στρέβλωση της κοινωνικής πραγματικότητας αλλά συγκροτείται ως ενσωματωμένη διάσταση της εμπειρίας και της επιθυμίας, διαμορφώνοντας υποκείμενα που δεν αρκούνται σε μια απλή παρανόηση των αντικειμενικών συνθηκών, αλλά οδηγούνται σε ενεργή ταύτιση με τις αξίες και τις πρακτικές της κυρίαρχης τάξης.
Η έννοια του Marcuse για την υιοθέτηση του ήθους του αντιπάλου αποκτά έτσι μια βαθύτερη θεωρητική θεμελίωση. Δεν πρόκειται απλώς για ηθική ή πολιτισμική επιλογή αλλά για αποτέλεσμα μιας συνολικής κοινωνικής διαδικασίας που διαμορφώνει τις ίδιες τις προϋποθέσεις της σκέψης και της δράσης. Ο Marcuse επισημαίνει ότι όταν η αντίσταση υιοθετεί τα κριτήρια της αποτελεσματικότητας, της τεχνοκρατίας και της κατανάλωσης, ενσωματώνεται στη λογική του συστήματος και χάνει τη δυνατότητα ριζικής κριτικής. Αυτή η διαδικασία συνδέεται άμεσα με την έννοια της μονοδιάστατης σκέψης, όπου οι εναλλακτικές προοπτικές αποκλείονται εκ των προτέρων ως μη ρεαλιστικές ή ανεπιθύμητες.
Η ανάλυση των λιμπιντικών σχέσεων, επίσης στον Marcuse, συμπληρώνει αυτή την εικόνα, δείχνοντας πώς ο καπιταλισμός επεκτείνεται στο επίπεδο της επιθυμίας και της ψυχικής ζωής. Η ενσωμάτωση δεν αφορά μόνο τη συνείδηση αλλά και το σώμα και τις επιθυμίες, οι οποίες κατευθύνονται προς μορφές που ενισχύουν την κατανάλωση και την προσαρμογή. Στο παρόν στάδιο ανάπτυξης, η αποδοχή της αστικής ιδεολογίας από τα υποτελή στρώματα δεν είναι απλώς αποτέλεσμα πειθούς αλλά συνδέεται με βαθύτερες διαδικασίες διαμόρφωσης της υποκειμενικότητας.
Η υιοθέτηση του ήθους του αντιπάλου από τα υποτελή στρώματα αναδεικνύεται ως κεντρικός μηχανισμός αναπαραγωγής της κυριαρχίας, ο οποίος δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί χωρίς μια συνολική κατανόηση των υλικών και ιδεολογικών όρων που τον καθιστούν δυνατό. Στο σημείο αυτό καθίσταται σαφές ότι οι προηγούμενες θεωρητικές επεξεργασίες δεν συνιστούν απλώς αφηρημένα σχήματα ανάλυσης, αλλά συγκροτούν ένα συνεκτικό ερμηνευτικό πλαίσιο για την κατανόηση των σύγχρονων μορφών ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας και της ιδεολογικής τους θεμελίωσης.
Συνεπώς, η θεωρητική σύνθεση των προσεγγίσεων που προηγήθηκαν επιτρέπει να κατανοηθεί ότι η ιδεολογική ηγεμονία του άξονα ΗΠΑ και Ισραήλ συγκροτείται ως ένα συνεκτικό πλέγμα λόγων και πρακτικών που συνδυάζει την επίκληση της ασφάλειας με την προβολή μιας ηθικής και πολιτισμικής ανωτερότητας. Η κατασκευή του «εχθρού» ως μόνιμης και υπαρξιακής απειλής, η ταύτιση της στρατιωτικής ισχύος με την έννοια της άμυνας και η παρουσίαση των πολεμικών επεμβάσεων ως αναγκαίων για τη διατήρηση της διεθνούς τάξης συγκροτούν ένα ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο η βία εμφανίζεται ως θεμιτή και ορθολογική επιλογή. Παράλληλα, η ανάδειξη αξιών όπως η «ασφάλεια», η «σταθερότητα», η «δημοκρατία» και η «προστασία του πολιτισμού» λειτουργεί ως μηχανισμός νομιμοποίησης της γεωπολιτικής κυριαρχίας, ενώ η συστηματική αναπαραγωγή αυτών των λόγων μέσω των μέσων ενημέρωσης, της εκπαίδευσης και των διεθνών θεσμών οδηγεί στη φυσικοποίηση των ιμπεριαλιστικών πρακτικών και στη μετατροπή τους σε φαινομενικά αναπόφευκτες επιλογές.
Αυτό σημαίνει ότι το «ήθος» του άξονα εκφράζεται ως ένα σύνολο αξιών που προβάλλουν την ισχύ, την αποτελεσματικότητα, την τεχνολογική υπεροχή και την προληπτική βία ως αναγκαία στοιχεία για την επιβίωση και την ευημερία, ενώ ταυτόχρονα απονομιμοποιούν κάθε μορφή αντίστασης ως ανορθολογική ή επικίνδυνη. Η εσωτερίκευση αυτού του ήθους από τμήματα των υποτελών τάξεων επιτυγχάνεται μέσω της καθημερινής εμπειρίας της εργασίας, της κατανάλωσης και της πολιτισμικής αναπαράστασης, όπου η λογική της ανταγωνιστικότητας, της ατομικής ευθύνης και της συμμόρφωσης με τις επιταγές της ασφάλειας διαμορφώνει τις ίδιες τις προϋποθέσεις σκέψης και δράσης.
Συμπερασματικά, η συναίνεση δεν επιβάλλεται ως εξωτερικός καταναγκασμός αλλά συγκροτείται ως βιωμένη πραγματικότητα, στην οποία οι πολεμικές πρακτικές και οι επεμβάσεις του άξονα γίνονται αντιληπτές ως δικαιολογημένες και αναγκαίες. Χωρίς αυτή τη ρήξη με τους μηχανισμούς ιδεολογικής ενσωμάτωσης, η ίδια η αντίσταση κινδυνεύει να ενσωματωθεί στο κυρίαρχο και να αναπαράγει τις λογικές που επιδιώκει να ανατρέψει.

