35.6 C
Athens
Πέμπτη, 20 Ιουνίου, 2024

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το νεοελληνικό θέατρο επανέρχεται, της ΄Ολγας Μοσχοχωρίτου

Ουρανός κατακόκκινος, της Λούλας Αναγνωστάκη (Χρόνος Πριν/Χρόνος Μετά) σε σύλληψη και σκηνοθεσία Ελένης Παργιανού, στο Bios (exploring urban culture)

Η σημαία των Αθηνών, του Ανδρέα Κεντζού σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μυλωνά

Δεσποινίς Τζούλια, εμπνευσμένο από το έργο του Αύγουστου Στρίντμπεργκ, δια χειρός Τάσου Ιορδανίδη

Σε μια θεατρική αγορά που ξεπερνάει τις 420 παραστάσεις κατά μέσο όρο τη σαιζόν, όπου και αυτό το νούμερο είναι γενικά ενδεικτικό, με μύρια όσα προβλήματα που ξεκινούν από την έλλειψη θεατρικής στέγης (ναι, οι περισσότερες σκηνές δίνονται μόνο για 10-20 παραστάσεις, εκτός των λίγων που ανήκουν σε ιδιώτες παραγωγούς ή κατέχουν από παλιά θεατρική στέγη με μακροχρόνιες μισθώσεις) και συνεχίζονται με την αδυναμία κάλυψης των εξόδων παραγωγής, αν αφήσουμε εκτός συναγωνισμού τους κρατικούς και δημοτικούς θεατρικούς οργανισμούς (κυρίως της περιφέρειας), συναντάμε διαρκώς διαμαντάκια, όπως αυτά που θα αναφερθούμε σήμερα.

Η χρήση της έννοιας των οf Broadway σκηνών δεν έχει στην Αθήνα κανένα νόημα, μιας και η θεατρική πιάτσα λειτουργεί σχεδόν χαοτικά. Έτσι δεν θα προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε ούτε τον μεταμοντέρνο χαρακτήρα τους, ούτε την κλασσική τους προσέγγιση με τέτοιους όρους.

Έργα για την αίσθηση της ιστορικής ματαίωσης κυρίως της αριστεράς μετά την πτώση των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού (ουρανός κατακόκκινος), για τον σημερινό φασιστικό μεταμορφισμό και την αντίσταση σ’ αυτόν (Η σημαία των Αθηνών) και ένα νέο ελληνικό θεατρικό έργο εμπνευσμένο από το παλιό κλασσικό κείμενο του Αύγουστου Στρίντμπεργκ (Δεσποινίς Τζούλια), δοσμένα με νέα πνοή και σημερινά σημαίνοντα και σημαινόμενα.

Ο «Ουρανός κατακόκκινος» είναι ένα από τα γνωστά λαμπερά διαμάντια της Λούλας Αναγνωστάκη.

Γράφτηκε το 1997 και κουβαλάει όχι μόνο ψήγματα από όλη τη χαρακτηρολογία της ελληνικής μεταπολεμικής δραματουργίας, αλλά και την ιστορία της κομμουνιστικής αριστεράς στην πτώση της. Όχι την ήττα του εμφυλίου, όπως σε άλλα έργα της, αλλά την πτώση των κρατών που ιδρύθηκαν στο όνομα του κομμουνισμού. Οχτώ χρόνια μετά την πτώση του τείχους, η Αναγνωστάκη ήταν έτοιμη να μας μιλήσει για τον αντίχτυπό του στη ζωή και των ψυχισμό αυτών που πίστεψαν και πολέμησαν για την επανάσταση αλλά και για τους συνοίκους τους, τις οικογένειές τους. Μια τέτοια οικογένεια είναι αυτή της Σοφίας Αποστόλου.

Γνώρισα αυτό το συγκλονιστικό έργο πριν ανέβη στη σκηνή. Ήταν η Βέρα Ζαβιτσάνου που μας το παρουσίασε εν είδει αναλογίου, ακριβώς εκείνο το έτος. Στο κοινό παραβρισκόταν και η συγγραφέας σε μία από τις σπάνιες εμφανίσεις της.

Ποτέ μου δε θα ξεχάσω εκείνη την αδρή αποστασιοποιημένη αλλά βαθιά ερμηνεία. Δίχως καμία σκευή για βοήθεια. Όπως θα μας τα διηγούνταν και η ίδια η Σοφία Αποστόλου, ένα απόγευμα, με καφέ στο μικρό της διαμέρισμα απέναντι από τις φυλακές Κορυδαλλού, όπου μετακόμισε για να είναι κοντά στον έγκλειστο γιό της. Η Σοφία Αποστόλου, καθηγήτρια που απολύθηκε λόγω αλκοολισμού, σύζυγος κομμουνιστή, όμορφου άνδρα και μητέρα ενός αγοριού χωρίς χαρίσματα που μπλέκεται σε ένα δίκτυο trafficking με κοπέλες από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, αλλά ακόμα και σ’ αυτήν του την παράνομη ενασχόληση θα είναι θύμα. Γιατί η εξουσία δίνεται πάντα αλλού. Μικροαστή μορφωμένη η ίδια, περιθωριακός ο γιός, όχι αναγκαστικά από την κοινωνική του θέση, αλλά από κακιά τύχη και ανικανότητα ένταξης και αποδοχής. Ποιος είπε ότι ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός τους χωράει όλους;

Αυτή που θα σημάνει την καινούργια επανάσταση, επιλέγοντας συνειδητά να εγκαταλείψει την κοινωνική της θέση και τους πρώην ομοίους της, φτύνοντας μαζί και την κοινωνική ιεραρχία, είναι η ίδια η Σοφία Αποστόλου.
Όντως αυτή συνεχίζει να αποτελεί ένα πρόσωπο-σύμβολο της προσωπικής αλλά και ταυτόχρονα συλλογικής πληγής, που προσπαθεί να βρει το σημερινό βηματισμό της. Όμως μην ξεχνάμε ότι η Λούλα Αναγνωστάκη γράφει έχοντας βιωμένη την πορεία της κομμουνιστικής αριστεράς και της ιστορικής της ήττας, επομένως, ούτε ήταν, ούτε γράφει ουδέτερα.

Αδερφή του ποιητή Μανώλη Αναγνωστάκη και σύζυγος του ψυχίατρου και συγγραφέα Γιώργου Χειμωνά αποτέλεσε τον παλμογράφο της ιστορίας της.
Η Ελένη Παργιανού ονόμασε την παράστασή της «Χρόνος πριν – χρόνος μετά», στοχεύοντας να την δει με τα μάτια του σήμερα. Στηρίχτηκε στις νέες τεχνολογίες και σ’ ένα σκηνικό από παλιές οικοσκευές.

Ηχητικός Σχεδιασμός – Μουσική: Κώστας Φραντζής
Ψηφιακή σκηνογραφία: Αλεξάνδρα Νιάκα
Σχεδιασμός Φωτισμού: Περικλής Μαθιέλλης

Όμως οφείλω να πω ότι ατού της παράστασης παραμένει το ίδιο το κείμενο, όσο ερμηνεύτηκε σε συμπαγή συνέχεια από την Σοφία Κορώνη, ενώ όλα τα άλλα δημιουργούσαν μια εικαστική φλυαρία που δεν πρόσθετε τίποτα. Εκτός ίσως από τη σκηνογραφία και τον ηλεκτρονικό πίνακα που ανέγραφε σημαδιακές φράσεις του κειμένου.

Στο έργο του Ανδρέα Κεντζού «Η Σημαία των Αθηνών» συμβαίνει το απροσδόκητο. Η ιστορική αλήθεια μπλέκεται με τη μυθοπλασία. Συγκεκριμένα τη Ναζιστική σβάστικα δεν την κατέβασαν από την Ακρόπολη μόνο ο Μανώλης Γλέζος και ο Απόστολος Σάντας. Στην επιχείρηση έλαβε μέρος κι άλλος ένας αγωνιστής, ένας «αφανής ήρωας» που μάλιστα έχει αναλάβει να την φυλάει έως τις μέρες μας.

Αυτό το ακριβό προσωπικό πια κειμήλιο αιωρείται πάνω από κομματικές ή και εθνικές σκοπιμότητες, ακόμα και πάνω από την Ιστορία που αποτέλεσε μέρος της. Γιατί η ίδια αποτελεί τεκμήριο της διαδρομής της. Στοιχείο αποδεικτικό της δραματικής της εποχής.

Ακόμα πιο ενδιαφέρον δε είναι το γεγονός ότι έχει δοθεί ως κληροδότημα και προς φύλαξη σε μια αντιηρωική οικογένεια, όπως αυτή του ήρωά μας.

Ένας ήρωας με παντούφλες, καθισμένος στην αναπηρική πολυθρόνα μετά από τα εγκεφαλικά που τον καθήλωσαν, βουβός, σαν την ιστορία που ματαίωσαν οι επίγονοι, να παρακολουθεί τον τρόπο ζωής της κόρης του και της οικογένειάς της.

Χαρτοπαίχτης αλλά και αξιωματικός της αστυνομίας, είναι ο σύζυγος της κόρης του, που μη αντέχοντας την ίδια της τη ζωή, ξεπέφτει στο ποτό. Είναι αυτή που στους ώμους της πέφτει το βάρος της φύλαξης της σημαίας.

Και σωστά. Καθότι μια τέτοια γυναίκα γέννησε η Ελληνική Κοινωνία τις τελευταίες δεκαετίες. Είτε μας αρέσει είτε όχι. Αυτή προσπαθεί να κρατήσει την όποια οικογένεια και να σταθεί δίπλα στην κόρη. Ένα σημερινό κορίτσι με προσόντα, ανώτερο στέλεχος πολυεθνικής, που φαίνεται να ζει μακριά από αυτά που καθόρισαν τη ζωή των γονιών και του παππού της. Που παλεύει να γίνει αποδεκτή η σεξουαλική της ταυτότητα από τη μικροαστική της οικογένεια.

Είναι δε η αποκάλυψη του ομοερωτισμού της που θα αναταράξει την ισορροπία του τρόμου που έως εκείνη τη στιγμή κρατούσε την οικογένεια σε κάποια σταθερότητα.

Ένα νέο αίτημα ελευθερίας αναδύεται και μια νέα αντίσταση κατά του καθημερινού φασισμού αναδεικνύεται. Πεδίο αντίστασης όχι και τόσο ανώδυνο μιας και οι μάχες με τις κατεστημένες αντιλήψεις και τις οικογενειακές αξίες, δε δίνονται με άσφαιρα.

Κι έρχεται ο παππούς, ο παλιός αντάρτης, να σηκωθεί όρθιος και να δώσει την τελευταία μάχη της ζωής του, στο πλευρό της εγγονής του και της νέας γενιάς. Σ’ αυτήν πρέπει να παραδοθεί η σημαία, για τις μάχες που έρχονται.

Είναι πολύ θετικό που γράφονται ακόμα θεατρικά έργα με θέμα τους την επίδραση της λαϊκής ιστορίας της χώρας στο σήμερα. Μια επιστροφή του «ρεαλιστικού κοινωνικού νεοελληνικού έργου» είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Η αλήθεια είναι πως υπάρχουν στο έργο δραματουργικά κενά και ανακολουθίες, στρογγυλέματα και μια σχετική φλυαρία που θα μπορούσαν να αποφευχθούν.

Όπως για παράδειγμα η σχέση των δύο κοριτσιών που ακολουθεί τελικά συμβατικά μοτίβα και ο αγώνας τους εμφανίζεται να στοχεύει στην «αστική νομιμοποίηση» και όχι σε μια βαθύτερη απελευθέρωση από τα αστικά μοτίβα ζωής.

Στις γενικά καλές ερμηνείες (Μαρία Μαυροματάκη εξαιρετική, όπως και τα δύο κορίτσια Μαίρη Τσαβαλιά και Ορσαλία Πιπίδη ενώ ο Νίκος Παντελίδης επαρκής μεν αλλά δύσκολα συνταίριαξε τις δύο ιδιότητες, του πατέρα χαρτοπαίχτη και αστυνομικού) ξεχωρίζει η ερμηνευτική αρτιότητα του Γιάννη Κοτσαρίνη. Ενός έμπειρου αλλά σεμνού και αθόρυβου θεράποντα της θεατρικής τέχνης που δίνει υπόσταση σε κάθε ρόλο που του ανατίθεται, είτε κωμικό είτε δραματικό όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Ο Κοτσαρίνης, έχοντας εργασθεί για πολλά χρόνια στην περιφέρεια, μακριά από τη δημοσιότητα του κέντρου, το πλατύ κοινό δεν έχει τη χαρά να τον απολαύσει καθώς μεταμορφώνεται από ρόλο σε ρόλο, σα χαμαιλέων στο περιβάλλον του, τόσο ώστε να μην αναγνωρίζεται.

Η παρουσία του ως γέρος – αγωνιστής της αντίστασης, σοβαρός αλλά και είρων συνάμα, που από βουβό, ακίνητο πρόσωπο ένα με το σκηνικό χώρο, ξαφνικά παίρνει το σουρεαλιστικό χαρακτήρα ενός ρόλου μανιφέστο της νέας εποχής, της νέας αντίστασης, των νέων αγώνων, σφράγισε την παράσταση.

Η Τζούλια βασισμένο στο έργο του Α. Στρίντμπεργκ Δεσποινίς Τζούλια, αποτελεί το νέο εγχείρημα του Τάσου Ιορδανίδη στο ιστορικό θέατρο Άλφα.

Ο Αύγουστος Στρίντμπεργκ γράφει το έργο το 1888 και ο πρόλογός του περιλαμβάνει το ιστορικό πια «Μανιφέστο του νατουραλισμού» που καθόρισε το μετέπειτα «κοινωνικό δράμα».

Η Δεσποινίς Τζούλια αποτελεί το κορυφαίο έργο του, όπου η ψυχοσύνθεση των δύο φύλων, ο «πόλεμος με όλα τα μέσα» ανάμεσά τους και για πρώτη φορά το ταξικό πρόσημο που βαραίνει ανελέητα τη σχέση τους, έρχονται στη σκηνή του θεάτρου ωμά, χωρίς συναισθηματισμούς και λυρισμούς, «ως σκέτη φέτα ζωής». Ο συγγραφέας μιλάει για τη «μορφή του νέου περιεχομένου, το νέο κρασί που θα τινάξει τα παλιά μπουκάλια».

Το δράμα παίζεται σε μια πράξη, στην κουζίνα ενός αρχοντικού. Η ερωτική έλξη και επιθυμία μεταξύ της Τζούλιας, της κόρης του αφέντη, και του Ζαν, του υπηρέτη, φουντώνει και παίρνει σάρκα και οστά μια νύχτα στο φόντο μιας λαϊκής διονυσιακής γιορτής.

Εξουσία και υποταγή, ταξική σύγκρουση, σύγκρουση των προσωπικοτήτων και της επιβεβαίωσης του «εγώ» μεταξύ του αρσενικού και του θηλυκού, αλλά και ανάμεσα στην επιθυμία και την ταξική προέλευση, παίρνουν τον χαρακτήρα ενός ανελέητου πολέμου.

«Με την ωμότητα του σκλάβου και την κρύα καρδιά του κυρίαρχου», ο υπηρέτης, ο Ζαν, συντρίβει, μια νύχτα μεσοκαλόκαιρου, την κόρη του κόμη, την δεσποινίδα Ζυλί και συμβολικά την τάξη της.

Ο Ιορδανίδης δεν «εκσυγχρόνισε» γενικά το έργο, και ιδίως δεν έμεινε σε μια σύγχρονη σκηνοθετική προσέγγιση.

Σε τέτοιες εκδοχές πράγματι έχουμε δει ενδιαφέρουσες ή όχι παραστάσεις.

Προσωπικά θυμάμαι έντονα μία διαφυλετική παράσταση ενός νεοαφρικάνικου θιάσου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών το 2015, με την ιδιαίτερη σκηνοθετική ματιά του Γιάελ Φάρμπερ, ο οποίος με αφορμή τις ιδιαιτερότητες της νοτιοαφρικανικής κοινωνίας, ενέπλεξε το θέμα των διαφορετικών τάξεων με αυτό των φυλετικών διαφορών.

Η παράσταση τελικά είχε αναδείξει την αδυσώπητη σχέση θύτη και θύματος, εξουσίας και σαγήνης ανάμεσα στη λευκή Τζούλια και τον μαύρο Ζαν.

Μία ενδιαφέρουσα διασκευή της Katie Mitchell είχαμε επίσης παρακολουθήσει το 2012 στην Πειραιώς 260 με τίτλο «Δεσποινίς Ζυλί» και Σκηνοθεσία Katie Mitchell, Leo Warner, από την Βερολινέζικη Σαουμπύνε.

Ο Ιορδανίδης το πήγε ακόμα παραπέρα. Έγραψε μία καινούργια, σημερινή Τζούλια, εμπνευσμένη από την παλιά, κλασσική δεσποινίδα. Κι αυτό υπήρξε τεράστιο στοίχημα. Που όμως ο συγγραφέας και σκηνοθέτης κέρδισε σε όλα τα μέτωπα.

Η Τζούλια του είναι ένα σημερινό κορίτσι, ηθοποιός και σκηνοθέτης σε ένα θέατρο δικό της, που βρίσκεται στα …Πατήσια. Που παλεύει με νύχια και με δόντια να ξορκίσει τους δικούς της δαίμονες, που προέρχονται από τα γονεϊκά τραύματα. Θέλει να ζήσει, να ερωτευτεί, να παίξει στο θέατρο, να κάνει τα όνειρά της πραγματικότητα.

Βρίσκεται όμως κι αυτή στα πρόθυρα της κατάρρευσης.

Έτσι θα γαντζωθεί από το νεαρό φωτιστή και τεχνίτη του θεάτρου της που είναι Αλβανός και ερωτικός σύντροφος μιας συνεργάτιδάς της.

Το ίδιο, ανελέητο παιγνίδι εξουσίας και λαγνείας θα παιχτεί και μεταξύ τους, σήμερα, στην Πατησίων, όπως και ενάμιση αιώνα πριν.

Βέβαια οι αποχρώσεις θα είναι διαφορετικές και ο Ιορδανίδης θα φωτίσει περισσότερο τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο ταξικό και το προσωπικό, όμως τα αρχέτυπα, παραμένουν.

Η Ευσταθία Τσαπαρέλη, όμορφη, λαμπερή, στοχαστική, υπερκινητική, πληγωμένη, κατακερματισμένη κάποιες στιγμές και εν τέλει σπαρακτική, μας κατέκτησε ως Τζούλια. Η ηθοποιός κάλυψε όλη τη γκάμα.

Η παράσταση θα συνεχιστεί και την καινούρια σαιζόν. Και αξίζει πραγματικά.

Ο Ιορδανίδης με καθημερινά και γνώριμα υλικά, σ’ ένα θέατρο με καλώδια και αντικείμενα μιας πρόβας για τον Άμλετ του Σαίξπηρ (ευφυής η διακειμενικότητα), ξαναθέτει το παλιό ζήτημα στη σκηνή και μας καλεί να το ξανασκεφτούμε με της εμπειρίες του νέου αιώνα μας.

Συντελεστές:
Κείμενο – Σκηνοθεσία – Φωτισμοί – Διαμόρφωση σκηνικού χώρου: Τάσος Ιορδανίδης

Παίζουν: Ευσταθία Τσαπαρέλη, Κυριάκος Σαλής, Δήμητρα Βήττα, Μαρία Καρτσαφλέκη.

 

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ