28.8 C
Athens
Τρίτη, 23 Ιουλίου, 2024

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Προεκλογικό βαριετέ, του Σαράντου Φράγκου


Mέρα τη μέρα και όσο πλησιάζει η μοναξιά του παραβάν, ξεδιπλώνονται τα προεκλογικά καλλιστεία, τα προεκλογικά «καλάθια» και η διαπροσωπική πόλωση ανάμεσα σε «φωστήρες» και «σκοταδιστές», ανάμεσα στους «μπροστά» και στους «πίσω».

Πολιτικοί γάμοι, συναινετικά διαζύγια, θεαματικές προσχωρήσεις και αποσκιρτήσεις από και προς τον ‘’αντίπαλο’’, όπως οι μεταγραφές ‘’γλαστρών’’ και πρωινατζούδων στα κανάλια, εξακολουθούν να τροφοδοτούν το βουλιμικό life style της κοσμικής και πολιτικής ενημέρωσης.

Αδιαμφισβήτητη παραμένει η κυριαρχία του αρχηγού, του ‘’ηγέτη’’, που ανοίγει και κλείνει τη λίστα, στρατολογεί ή διαγράφει, αναθέτει ρόλους, προκρίνει λοχαγούς, ελέγχοντας τη στρούγκα με το αυτονόητο βέτο που διαθέτει. Οι αυλικοί καμιά φορά στριμώχνονται, άλλοι καταπίνουν τη γλώσσα τους και ενίοτε θυσιάζονται. Οι κηλίδες και τα παραπτώματα φορτώνονται στον πιο κραγμένο στο ‘’απολωλός πρόβατο’’, τύπου Πάτση, προκειμένου να φαίνεται άσπιλη η κομματική φάτνη, να ‘’φαίνεται’’ κι ας είναι λεκιασμένη.

Ποικιλώνυμοι ‘’ακομμάτιστοι’’, ‘’ανεξάρτητοι’’ και ‘’πράσινοι’’ πολιτικοί επαίτες όπως και λοιποί άστεγοι ‘’δικαιωματιστές’’ περιφέρονται εκλιπαρώντας ρόλο, έστω και κείνου του υποψήφιου στη δημοτική ή στην περιφερειακή λίστα.

Σπόνσορες και image makers σε δράση με αντιγραφές από γνωστές αμερικανιές. Γκαλοπατζήδες και σφυγμομέτρες στα πόστα τους που κατά παραγγελία καταγράφουν τις διαθέσεις, τις μετακινήσεις, τις συσπειρώσεις, τις παραστάσεις νίκης, τα φαβορί και τα αουτσάιντερς της επερχόμενης εκλογικής αναμέτρησης με επιστράτευση των δεδομένων της πιο ανιαρής ποσοτικής πολιτικής στατιστικής. Και μια εργώδης προσπάθεια σε εξέλιξη με στόχο την ‘’εικόνα’’ του υποψήφιου που πρέπει να μάθει να είναι ‘’άμεσος’’ και ‘’επικοινωνιακός’’.

Κι όλα αυτά στη σκιά των Τεμπών, μέσα στην αντάρα του άγους που πλανάται πάνω από την πόλη, χωρίς σεβασμό στο άλικο αίμα των αδικοχαμένων, χωρίς αιδώ απέναντι σε κείνη τη λαϊκή οργή που ξεχύθηκε στους δρόμους διεκδικώντας το πρωταρχικό αυτονόητο. Την αξία και την προστασία της ζωής.

Σ’ ένα παλιό τεύχος του ‘’Οικονομικού Ταχυδρόμου’’ του 1974, διαβάζουμε. ‘’ Ένα κόμμα, ένας υποψήφιος, μπορεί να διαφημιστεί όπως ένα προϊόν, τηρουμένων φυσικά των αναλογιών’’, που είχε ξεσηκώσει θύελλα από τους θιγόμενους. ‘’ Αυτό δα μας έλειπε να συγκρίνουμε ένα κόμμα με μια οδοντόκρεμα’’ είχαν ανακράξει τότε.

Έκτοτε κύλισε πολύ νερό στ’ αυλάκι. Από πολλά χρόνια έχουν εφαρμογή και ‘δω οι ‘’τεχνικές της πολιτικής προβολής και διαφήμισης’’ όπως στο Αμέρικα. Επαγγελματίες της ‘’επικοινωνίας’’, πολιτικοί αναλυτές, διαφημιστές και image makers, χαράζουν και υλοποιούν τον ‘’στρατηγικό σχεδιασμό’’ σε πολιτικό και επικοινωνιακό επίπεδο.

Παρότι τα πολιτικά δεδομένα της εποχής και η επικαιρότητα της στιγμής είναι αυτά που εν τέλει κρίνουν το εκλογικό αποτέλεσμα, ωστόσο, χωρίς ‘’στρατηγούς’’ της επικοινωνίας καμιά μάχη εκλογική δε διανοείται από τα αστικά επιτελεία.

Ο ‘’στρατηγός’’ της προεκλογικής εκστρατείας πετυχαίνει όταν υποβάλει και εμπεδώνει στο κοινό (στους ψηφοφόρους) το ‘’μπορώ με την ψήφο μου’’ και ταυτόχρονα στο πρόσωπο του υποψηφίου να αναγνωρίζει ο ίδιος ο ψηφοφόρος ‘’αυτόν που μπορεί να το κάνει’’. Η αποθέωση της ανάθεσης, σου δίνω ψήφο – εξαργύρωσέ την για πάρτη μου!

Υποψήφιοι διαχειριστές και κλητήρες ενός συστήματος που παραπαίει στην κόψη της αβύσσου, υποψήφιοι κλειδοκράτορες ενός ναού της μιας και μοναδικής θρησκείας. Κι ένα εκκλησίασμα παραιτημένο και άβουλο από τα αλλεπάλληλα χτυπήματα μ’ ένα ευδιάκριτο μέρος του εξοικειωμένο με το σύνδρομο της Στοκχόλμης.

Ένα πολιτικό βαριετέ που ισορροπεί ανάμεσα στο αλλόκοτο και το παράδοξο, ανάμεσα στην ‘’τέχνη’’ και στην ‘’αφέλεια’’ της πολιτικής.

Όσο ο άρτος λιγοστεύει και σπανίζει, όσο οι απαιτήσεις της ζωής ελαχιστοποιούνται, άλλο τόσο το κοινό – οι ψηφοφόροι – πρέπει να διψούν για το θέαμα της πολιτικής.

Να διψούν για τον εκλογικό κομφερασιέ που ενορχηστρώνει ένα ετερόκλητο πολιτικό θέαμα στο οποίο παρελαύνουν ζογκλέρ και θαυματοποιοί του πολιτικού ‘’ θηριοτροφείου’’, ταχυδακτυλουργοί, χορευτές και αοιδοί καθώς και επίδοξοι νεαροί καριερίστες του κομματικού σωλήνα. Ένας ‘’αταξικός χώρος’’ που κλείνει το μάτι στα πάθη και στα δεινά της εποχής με την υπόσχεση του ζωικού παραδείσου.

Το πολιτικό αυτό ‘’βαριετέ’’ που αναπαράγεται σε κόπιες, καμιά απολύτως σχέση δεν έχει με το αυθεντικό, με το έντεχνο βαριετέ. Εκείνο της παλιάς εποχής της αθεράπευτα ρομαντικής όταν εκεί στη μάντρα του Αττίκ έκανε την εμφάνισή της μια διασκέδαση αθώα και απενοχοποιημένη μέσα στη λαϊκή της απλότητα που τη διακονούσαν προικισμένοι λαϊκοί καλλιτέχνες.

Σήμερα οι κομματάρχες της παλιάς σχολής και τα πολιτικά τσιράκια με τα ραβασάκια στα χέρια έχουν κλειστεί οριστικά στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Εδώ και χρόνια το πολιτικό ‘’φαίνεσθαι’’ είναι αυτό που καταπλακώνει ερμητικά το πολιτικό είναι με πρωταγωνιστές τους επίδοξους πολιτικούς ‘’αστέρες’’ και κομπάρσους εκείνους τους άμοιρους που μαγεύονται από τα πολιτικά κομφετί που τους ραίνουν από τα προεκλογικά μεγάφωνα και τα τηλεπαράθυρα.

Ένα θέαμα κερκίδας και καναπέ που οδηγεί για άλλη μια φορά στην οπαδοποίηση, στην ποδοσφαιροποίηση της πολιτικής πρακτικής. Μία συνθήκη που παραλύει την κριτική σκέψη και ταυτόχρονα ιδιωτικοποιεί και επαγγελματοποιεί ακόμα περισσότερο τους υποψήφιους παίκτες της πολιτικής όπως ακριβώς στο ποδόσφαιρο. Επαγγελματίες με ισχυρές πλάτες και πορτοφόλια που ασκούνται στον τηλεοπτικό και διαδικτυακό ‘’επικοινωνιακό’’ αγώνα από δασκάλους του είδους προκειμένου να επιβιώνουν στην πολιτική σκηνή.

Ζούμε άλλον ένα παράδεισο εκλογικών ψευδαισθήσεων, έναν ‘’αγώνα’’ που ταυτίζει την κερκίδα με την αγέλη καθώς γεμίζει τις οθόνες με χαρτάκια και σερπαντίνες σαν πυροτεχνήματα.

Η πιο υποβαθμισμένη ‘’κουλτούρα’’ της σημερινής κοινωνίας, λένε οι ειδικοί, είναι ο αθλητισμός με πρώτο το ποδόσφαιρο γιατί έχει εμπορευματοποιηθεί. Σταδιακά, ανεπαίσθητα εμπορευματοποιείται και η πολιτική, η αστική πολιτική κάθε απόχρωσης που παράγει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα μοχλεύοντας το θυμικό των μαζών. Την αποθέωση του μαζανθρώπου.

Ένα πλεόνασμα οπαδικού πάθους του υποκειμένου, που όπως γράφει ο Εντουάρντο Γκαλεάνο στο βιβλίο του ‘’Τα χίλια πρόσωπα του ποδοσφαίρου’’, ‘’μαζί με χιλιάδες άλλους πιστούς συμμερίζεται την πεποίθηση ότι είμαστε οι καλύτεροι, ότι όλοι οι διαιτητές είναι πουλημένοι, όλοι οι αντίπαλοι ύπουλοι ‘’.

Ένα αποτέλεσμα που απογειώνει την πολιτική αποξένωση, την αποϊδεολογικοποίηση, την άμβλυνση των διαχωριστικών γραμμών και ανοίγει διάπλατα την πόρτα στον επαγγελματία πολιτικάντη, στον εκλογολόγο, στο δημοσκόπο, στο μιντιάρχη, στον τηλε-δικαστή.

Ένα προεκλογικό κλίμα που μειώνει συνειδητά την κριτική ικανότητα του διαχωρισμού προβάλλοντας και προκρίνοντας το ‘’αρεστό’’ ως πλειοψηφία και το ‘’δυσάρεστο’’ ως μειοψηφία αντιστρέφοντας την πραγματικότητα.

Είχε δίκιο τελικά ο ‘’κεντρώος’’ Γεώργιος Μαύρος, όταν από το πρώτο προεκλογικό μπαλκόνι της μεταπολίτευσης με το γνωστό δριμύ ύφος του έλεγε. ‘’ Δεν πρέπει να έρθουν οι τεχνικές της Μάντισον Άβενιου να αλλοιώσουν τα πολιτικά μας ήθη’’.

Μισός αιώνας από τότε και η Μάντισον Άβενιου είναι εδώ, έστω και κακέκτυπη και κάθε τετραετία που περνάει ολοένα και σμιλεύει με ζήλο διαφημιστικό την ψήφο των ιθαγενών. Ένας διαφημιστικός ζήλος που προσμετρά δεκάδες εκατομμύρια, ένας τζίρος πρόκληση απέναντι στην ένδεια των πολλών και στην παρατεταμένη φτώχεια των pass.

Κάθε υποψήφιος που προβάλλεται υπόσχεται προκοπή και δουλειά, υπόσχεται ‘’δίκαιες’’ μοιρασιές, υπόσχεται σπίτια με σκάλες και μπαλκόνια καθώς υποκλίνεται μπροστά στο πόπολο. Δε γνωρίζει ο δύστυχος πως ’’τις σκάλες τις βρίσκεις όταν δεν έχεις σπίτι’’- όπως καλλιγράφει ο Τάσος Λειβαδίτης. Έτσι, κλεισμένοι στα υποσχόμενα δώματα, πολλοί, εκόντες φυλακίζονται. Κάποιοι εξακολουθούν να ζωγραφίζουν στους τοίχους αυτών των κελιών τις πόρτες από τις οποίες θα ήθελαν να δραπετεύσουν.

Ζούμε άλλη μια παρέλαση πολιτικών σαλτιμπάγκων, δήθεν διασωστών των κλοπιμαίων, άλλη μια παράσταση κερδοσκόπων που ψάχνουν στις κάλπες τα πλυντήρια. Ένας τοξικός προεκλογικός καιρός που κρύβει στην ομίχλη του την ταξικότητα του βάναυσου καιρού.

Απ’ όλα έχει ο μπαξές, ταξίματα και φωτογραφικά νομοθετήματα, προίκες για ορφανά, μέχρι χάπια και ελιξίρια πολιτικής αμνησίας. Αρωγός ένα πλέγμα ΜΜΕ εκχωρημένο σε ισχυρά χαρτοφυλάκια σε ρόλο κινούμενης άμμου για λογαριασμό της κυρίαρχης τάξης.

Μόνο εκείνον τον βουβό και σκοτεινό κόσμο της αποχής, εκείνο το πρώτο ‘’κόμμα’’ που κάθε φορά απέχει, που δεν μετέχει, που δεν αποφασίζει, δε μπορούν να φωτίσουν οι προβολείς ‘’ νέον’’ της προεκλογικής πασαρέλας. Εκείνο το πρώτο ‘’κόμμα’’ των αποσυνάγωγων που η κάλπη τίποτα δεν του λέει, τίποτα δεν του προσφέρει και τη γράφει στα παλιά του τα παπούτσια. Αυτό το μέγιστο ποσοτικό ‘’κόμμα’’ που αδιαφορεί αν αύριο τα χωνιά θ’ αναγγείλουν πιο σκοτεινές εποχές, που αδιαφορεί θαμμένο στην άμμο της πολιτικής λησμονιάς εκεί που βιώνει την άθλια βεβαιότητα πως τίποτα χειρότερο δε μπορεί να του συμβεί.

Άλλη μια αφέγγαρη νύχτα. Κι όμως, κάποιοι που βαδίζουν εντός της ανάμεσα στα προεκλογικά πυροτεχνήματα σταματάνε. Στέκονται και αναρωτιούνται τι έπραξαν στη ζωή τους, τι πρέπει να κάνουν. Αναρωτιούνται και αποφασίζουν να μην κατεβάσουν τις κουρτίνες, να μην κλείσουνε τις πόρτες, αλλά αντίθετα να κρατήσουν διάπλατη τη φωτεινή πόρτα της χειραφέτησης και το δρόμο που οδηγεί στην κατάργηση των επαγγελματιών και των πελατών της πολιτικής, στην κατάργηση κυβερνώντων και κυβερνώμενων.

Όλοι αυτοί κρίνουν, κι ας είναι λίγοι, να μη χάσουνε όση ζωή τους απομένει για ασήμαντα πράγματα. Γιατί γνωρίζουν πως δεν τους πρέπει, δεν τους αξίζει η χαύνωση που εκπέμπουν οι κάθε φορά ‘’μεσσίες’’. Γιατί γι’ αυτούς η κοινωνική και η πολιτική στράτευση παραμένει πάντα μια θύρα ανοιχτή.

Τους ‘’σωτήρες’’ τους γνωρίζουν καλά, που μια έγνοια έχουν, τη σωτηρία του σημερινού κοινωνικού στάτους. Τη ‘’σωτηρία’’ που σφραγίζεται από τα σημερινά ‘’τείχη’’ της ΕΕ, από την εξουσία του κεφαλαίου, από το Νατοϊκό στρατώνα, από τη ‘’σταθερότητα’’ των τραπεζών, από την ‘’πράσινη ανάπτυξη’’ των χρηματιστηρίων, από την καπιταλιστική εργοδοσία, από τη ντροπή των κουπονιών σίτισης, από τα ‘’φιλόπτωχα’’ γκαλά των χορτασμένων.

Δεν θέλουν να σέρνονται πίσω από ένα εκφυλισμένο σύστημα που εξακολουθεί να σκοτώνει στα Τέμπη, να πνίγει στο Αιγαίο, να εξολοθρεύει στη Μάνδρα και στο Μάτι. Δεν θέλουν να παραμένουν θεατές του πεδίου βολής που εξαπλώνεται από τη Σούδα μέχρι την Αλεξανδρούπολη όπου ασκούνται βρίζοντας ξένοι διερχόμενοι φαντάροι. Δεν περιμένουν τη διαχειριστική κυβερνητική επετηρίδα για να αναλάβουν ρόλους.

Γι’ αυτό, ζουν και αναπνέουν μέσα σε κάθε μικρό και μεγάλο αγώνα, μέσα στην υπονόμευση των ‘’αντοχών της οικονομίας’’ των ολίγων, απέναντι στα ‘’κοστολογημένα προγράμματα’’ της διαχειριστικής ευτέλειας, μέσα στην προστασία του λαϊκού ιδρώτα, μέσα στην αγωνία του νέου και του απόμαχου δουλευτή. Γιατί κάθε ρωγμή στο τείχος της αποξένωσης και της εκμετάλλευσης αποτελεί νίκη και οξυγόνο της επόμενης μέρας.

Έτσι, εξακολουθούν να τραγουδάνε πίνοντας το στυφό κρασί της γης και ν’ αγωνίζονται τσουγκρίζοντας τα ποτήρια του φθινοπώρου. Κι ας μελαγχολούν όποτε βλέπουν τις προσδοκίες να εξαντλούνται στο ρεαλισμό του ‘’εφικτού’’ και να παραμερίζουν το συλλογικό και την προοπτική ενός ανθρώπινου κόσμου.

Δεν εμπορεύονται ωστόσο τη μελαγχολία τους, δεν αφήνουν να σβήσει το μέλλον, όπως και το παρελθόν από την τυραννία του παρόντος. Αποφασίζουν να μην αρνηθούν το πικρό ψωμί, εκείνο των βαστάζων και των ‘’καταραμένων’’.

 Και να βγούνε, να βγούνε και να ’’κάψουνε την κόλαση’’, ‘’καιόμενοι’’ οι ίδιοι . Τώρα, κι ας είναι δύσκολο και σκοτεινό αυτό το τώρα κι ας τους αποστρέφονται οι άλλοι το πρόσωπο. Μόνο τότε και οι παλιοί νεκροί θα χαμογελάσουν, θα σταυρώνουνε με ικανοποίηση τα χέρια τους γιατί θα αγγίξουν αυτό που θέλουν και ψάχνουν μέσα τους, εκείνη την ξεχασμένη φωτιά.

 

«Κοιτάχτε μπήκε στη φωτιά! Είπε ένας

απ’ το πλήθος.

Γύρισε τα μάτια γρήγορα. Ήταν

στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο όταν

του μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.

Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με τα χέρια μου.

Είμαι απ’ τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι.

Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;

Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;

Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.

Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις μου είπαν.

Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.

Κι όσο αφανιζόταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.

Γινόταν ήλιος».

  Τ. Σινόπουλος «Ο καιόμενος», 1957

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ