Μασκαράτες: Προσωπεία και πτυχία, της Βάσως Μουρελά

Ο  Πλάτων στον «Πολιτικό», γράφει:  «ὁ δὲ τῆς βασιλικῆς ἐπιστήμης ἔχων ἄνθρωπος, εἴτε μετὰ νόμων εἴτε ἄνευ νόμων ἄρχει, ὀρθῶς ἄρξει, σκοπῶν τὸ βέλτιστον· οὐ γὰρ οἷόν τε τοὺς νόμους ἀκριβῶς ἅπαντα περιλαβεῖν.»… «ὁ μὲν νόμος ἁπλοῦν τι καὶ καθόλου λέγει, ἡ δὲ πράξις ἀεί ποτε διαφέρει.»- Ο αληθινός πολιτικός, αυτός που κατέχει την επιστήμη της διακυβέρνησης, δεν δεσμεύεται απολύτως από τους νόμους· γιατί οι νόμοι είναι γενικοί και δεν μπορούν να προβλέψουν κάθε επιμέρους περίπτωση. Όταν, λοιπόν, γνωρίζει το καλύτερο, μπορεί —όπως ένας έμπειρος γιατρός— να πράττει πέρα από τους νόμους, εφόσον αυτό υπηρετεί το κοινό καλό».

Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα έργα του αρχαίου φιλοσόφου περί της πολιτικής τέχνης ή «βασιλικής», όπως την αποκαλεί, όπου ορίζεται ποιος είναι ικανός και με ποια χαρακτηριστικά να την ασκήσει.

Ικανός, λοιπόν, κατά τον Πλάτωνα, είναι εκείνος που κατέχει τη γνώση. Βεβαίως, τίθεται το ερώτημα: ποια γνώση και από πού παράγεται; Πρόκειται για μια σύνθεση χαρακτηριστικών: η γνώση του βέλτιστου (τοῦ ἀρίστου), η συνθετική ικανότητα, η πρακτική —και όχι απλώς θεωρητική— κατανόηση και, τέλος, η υπεροχή της γνώσης έναντι των νόμων. Οι νόμοι είναι γενικοί και άκαμπτοι, ενώ η γνώση του πολιτικού αποτελεί ζωντανή κρίση (φρόνησις).

Πού, όμως, μπορεί κανείς να αποκτήσει αυτή τη γνώση; Αυτό θα μας απασχολήσει στη συνέχεια του παρόντος.

Η αναφορά στον «Πολιτικό» του Πλάτωνα δεν γίνεται από αρχαιολατρία, αλλά ως απόπειρα ερμηνείας των «ανερμήνευτων» που απασχολούν τις τελευταίες ημέρες τον δημόσιο διάλογο περί πτυχίων και ικανότητας άσκησης πολιτικής. Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινιστεί ότι το παρόν άρθρο δεν αποσκοπεί στη δικαιολόγηση ρουσφετολογικών πρακτικών που ήρθαν πρόσφατα στην επικαιρότητα, αλλά στη διερεύνηση της πραγματικής σχέσης μεταξύ πολιτικής ικανότητας και ακαδημαϊκής εκπαίδευσης.

Παρά το γεγονός ότι το ζήτημα έχει ήδη σχολιαστεί στο παρελθόν (βλ. «Διανοούμενοι… σε ακρότητες», 18 Μαΐου 2023, Naftemporiki.gr), κρίνεται αναγκαίο να αποσαφηνιστεί τι σημαίνουν τελικά τα πτυχία για την άσκηση της πολιτικής και κατά πόσο συνδέονται με τη «βασιλική τέχνη».

Προς αυτή την κατεύθυνση, ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι έρευνα που δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο–Νοέμβριο του 2025 στο naftemporiki.gr, με τίτλο: «Τα πτυχία στην… εξουσία: Η χώρα με τους περισσότερους “μεταπτυχιακούς” βουλευτές κι ένας πρόεδρος που “σπάει” την παράδοση».

Η μελέτη διαπίστωσε ότι μεγάλες χώρες διαθέτουν υψηλά ποσοστά βουλευτών με δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ενώ τα πτυχία δεν αποτελούν κατ’ ανάγκην εγγύηση καλών επιδόσεων. Σχετική έρευνα του 2015, που εξέτασε τις επιδόσεις των μελών του αμερικανικού Κογκρέσου κατά τον 20ό αιώνα, κατέληξε ότι όσοι διέθεταν πανεπιστημιακό τίτλο δεν παρέμεναν περισσότερο στην εξουσία, ούτε περνούσαν περισσότερα νομοσχέδια, ούτε είχαν υψηλότερα ποσοστά επανεκλογής σε σχέση με όσους δεν είχαν πτυχίο. Επιπλέον, χώρες που στελεχώνουν τα κοινοβούλιά τους με δικηγόρους δεν απολαμβάνουν κατ’ ανάγκην ισχυρότερο κράτος δικαίου.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι περισσότερο μορφωμένοι πολιτικοί χάνουν τις εκλογές περίπου στο ίδιο ποσοστό με υποψηφίους χαμηλότερης μόρφωσης.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το δημοσίευμα, η Ουκρανία παρουσίαζε το υψηλότερο ποσοστό βουλευτών με μεταπτυχιακές σπουδές — σχεδόν το ένα τέταρτο διέθετε διδακτορικό τίτλο κατά τον χρόνο συλλογής των στοιχείων. Κατά μέσο όρο, το 78% των βουλευτών που εξετάστηκαν είχαν πανεπιστημιακό πτυχίο και το 40% μεταπτυχιακό. Υψηλά ποσοστά καταγράφονται επίσης στη Νότια Κορέα και στις ΗΠΑ. Αντίθετα, σε χώρες όπως η Ιταλία, η Νορβηγία και η Βρετανία, σημαντικό ποσοστό εκπροσώπων δεν υπερέβαινε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Οι παραπάνω μελέτες είναι διαφωτιστικές ως προς τη σχέση των πτυχίων με τη λειτουργία της πολιτικής και επιβεβαιώνουν, κατά κάποιον τρόπο, τη θέση του Πλάτωνα: η άσκηση της πολιτικής δεν εξαρτάται από τίτλους σπουδών, αλλά από ειδική γνώση.

Ας εξετάσουμε, όμως, πού γεννιέται αυτή η γνώση και γιατί σήμερα φαίνεται να απουσιάζει. Είναι χρήσιμο να στραφούμε στη μεταπολιτευτική περίοδο της χώρας, από το 1974 έως σήμερα. Οι εκλογές εκείνης της εποχής —όπως και εκείνες του 1981— χαρακτηρίζονταν από έντονη πόλωση και ισχυρή πολιτική ταυτότητα.

Αυτό σήμαινε στην πράξη ότι οι πολίτες εντάσσονταν στα πολιτικά κόμματα με ιδεολογικά κριτήρια (Αριστερά, Δεξιά, Κέντρο κ.λπ.). Η ένταξη αυτή καθοριζόταν από την ανάπτυξη της ιδεολογίας και του πολιτικού αφηγήματος κάθε κόμματος. Το στοιχείο αυτό δημιουργούσε υψηλή συσπείρωση, η οποία ενισχυόταν από τις κομματικές δομές βάσης.

Οι διεργασίες που αναπτύσσονταν στις κομματικές βάσεις, σε συνδυασμό με τη λειτουργία των οργανώσεων, εξασφάλιζαν την παραγωγή πολιτικών θέσεων και, κατ’ επέκταση, τη γνώση. Η γνώση αυτή ήταν προϊόν συλλογικών διαδικασιών (συζητήσεων, ζυμώσεων) και συνέδεε τα κόμματα με την κοινωνική τους βάση. Έτσι, η κομματική δομή μπορούσε να κρίνει ποιος είναι ικανός να εκπροσωπήσει δημόσια τις θέσεις της.

Η λειτουργία αυτή, που πλέον έχει σε μεγάλο βαθμό εκλείψει, καθιστούσε το κόμμα και την ιδεολογία του υπεύθυνα για τις πολιτικές πρακτικές του.

Ωστόσο, τα κόμματα εξουσίας, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, χαρακτηρίζονται από σκάνδαλα, αποδυνάμωση των ιδεολογικών αφηγημάτων και διάρρηξη της πολιτικής ταυτότητας. Αυτό οδήγησε στη χαλάρωση της κομματικής ένταξης και στην αποσύνδεση από τις οργανωτικές δομές.

Αντί να ακολουθήσουν τη δύσκολη οδό της ανασυγκρότησης —μέσω ηθικής αποκατάστασης και νέων πειστικών αφηγημάτων— επέλεξαν συχνά τον εύκολο δρόμο. Η λεγόμενη «διεύρυνση» επιτεύχθηκε όχι μέσω πολιτικής ένταξης, αλλά μέσω προσώπων χωρίς ουσιαστική πολιτική γνώση, που προωθήθηκαν στα ψηφοδέλτια με μοναδικό κριτήριο τη δημοφιλία τους.

Ταυτόχρονα, καθώς η πολιτική απαιτούσε λύσεις και οι αποδυναμωμένες κομματικές δομές δεν παρήγαγαν πλέον γνώση, επιστρατεύθηκαν «ειδικοί» με κριτήριο την ακαδημαϊκή τους κατάρτιση. Έτσι, η συλλογικά παραγόμενη γνώση αντικαταστάθηκε από μια τεχνοκρατική, εξατομικευμένη γνώση, που συχνά παρουσιάζεται ως αυθεντία.

Η εξέλιξη αυτή εξυπηρετεί πολιτικά κόμματα που επιδιώκουν εύκολη ψηφοθηρία, αποποίηση ευθυνών και αδιαφορία για τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής.

Ως εκ τούτου, το παράδοξο που παρατηρείται σήμερα —η ανάδειξη των πτυχίων ως προϋπόθεσης για την άσκηση πολιτικής— δεν είναι παρά η αχίλλειος πτέρνα ενός πολιτικού συστήματος που αδυνατεί να συνδεθεί ουσιαστικά με την κοινωνία.

Η τεχνοκρατική προσέγγιση, με όρους όπως «άριστοι» και με έμφαση σε τίτλους από «βαρύγδουπα» πανεπιστήμια, απογυμνώνει την πολιτική από την ουσία της ως τέχνης και ως γνώσης.

Είναι βέβαιο ότι η παρουσία ενός εν ενεργεία βουλευτή με επάγγελμα, για παράδειγμα, του οικοδόμου, μπορεί να προκαλεί αμηχανία σε ένα κοινοβούλιο γεμάτο τίτλους από το Cambridge (Κέμπριτς) — γράφω με ελληνικούς χαρακτήρες για λόγους συμπερίληψης…

Ωστόσο, στο σημείο όπου έχουμε φτάσει, με την υπερπροβολή των τίτλων και της δήθεν αποτελεσματικότητάς τους, αναρωτιέται κανείς: σε ποια γλώσσα θα γράφαμε σήμερα, αν ο Γεώργιος Καραϊσκάκης γνώριζε ανάγνωση και γραφή;

Η Βάσω Μουρελά είναι πολιτική επιστήμονας.

0ΥποστηρικτέςΚάντε Like

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ